Παρασκευή, 19 Ιουνίου 2015

Κώστας Κατσουλάρης, «Νυχτερινό Ρεύμα»


Οι τέσσερις ιστορίες της συλλογής διηγημάτων του Κώστα Κατσουλάρη Νυχτερινό ρεύμα (Μάρτιος 2015, Εκδόσεις Πόλις), σαν ζωντανεμένες Polaroid φωτογραφίες της σημερινής Αθήνας, μοιάζουν πολύ μεταξύ τους, αν και το περιεχόμενο της κάθε αφήγησης είναι εντελώς διαφορετικό από των υπολοίπων. Οι ήρωές τους είναι οικείοι, είναι συντετριμμένοι, πίνουν και ζητούν να τους ξαναγεμίσουν τα ποτήρια τους, κοιμούνται σε καναπέδες, σε αυτοκίνητα και στους πάγκους των μπαρ, φέρουν αυτά που θα ονομάζαμε «αποτυπώματα της Κρίσης» επάνω τους διαρκώς, ο χώρος, σκοτεινός, γκριζωπός, αναδίδει μονίμως κάπνα από καμένο πλαστικό, οι περαστικοί ίσως συνωμοτούν, οι οδοί είναι όλες γνωστές, χιλιοπερπατημένες, οι εκφράσεις των χαρακτήρων είναι εκφράσεις μας. Ωστόσο, τα διηγήματα δεν συναποτελούν ένα «χρονικό της Κρίσης», ούτε τους ένοιαξε να έχουν μια τέτοια «φιλοδοξία», τίποτε τέτοιο: δεν μιλούν πολιτικά (ακόμη κι όταν το κάνουν, το κάνουν επίτηδες σε ένα πρώτο επίπεδο), συνδιαλέγονται και τα βάζουν με πολύ πιο προσωπικά, πολύ πιο ανθρώπινα και πολύ πιο παλιά τραύματα. Η σκοτεινή πόλη δεν σκοτείνιασε τώρα, λένε: πάντα έτσι ήταν. Ή πάντα έτσι τη βλέπαμε, περιμένοντας να χαμηλώσουν κι άλλο τα φώτα της.

Ο «Άβερελ» βρίσκεται πιο κοντά σε μένα, εξ ου και μου άρεσε περισσότερο, καθώς τυχαίνει και γνωρίζω κάπως το χώρο που περιγράφει εδώ —τα Εξάρχεια και τα στέκια των αντιεξουσιαστών— ο κεντρικός του ήρωας, ένας υπάλληλος της Αντιτρομοκρατικής που έχει διεισδύσει στις τάξεις τους για να συλλέξει πληροφορίες και για να προλάβει (ή να μην προλάβει) ένα μεγάλο χτύπημα από κάποιον δυνάμει (ή κατά φαντασίαν) τρομοκράτη. Η ιχνογράφηση του χαφιέ είναι διεισδυτική και περίτεχνη. Το ίδιο και η καταβύθισή του σε κάτι σκοτεινό, νυχτερινό, κολλώδες, και «αντιεξουσιαστικό», σαν των ανθρώπων που παρακολουθεί, κάτι που ο ίδιος περιγράφει με μια σπουδαία ατάκα: «Η κλίση μας είναι κοινή, όλα τ’ άλλα είναι απλώς προκαταλήψεις, ιδέες». Τελικά, πάντως, όπως θα ανακαλύψουμε, μέσα στον πυρήνα κάθε ιστορίας, ακόμη και αυτής, κρύβεται μια άλλη, μια ιστορία έρωτα και προδοσίας.

Με το δεύτερο διήγημα της συλλογής, μια λογοτεχνική άσκηση με τον τίτλο «Θα το κρατήσω», έχουμε τη δυνατότητα να ρίξουμε μια ματιά σε ένα συγγραφικό εργαστήρι, καθώς από την αρχή μαθαίνουμε πως η ιστορία που θα διαβάσουμε δεν είναι παρά οι σημειώσεις της αφηγήτριας για ένα διήγημα που προτίθεται να γράψει στο μέλλον: οι σημειώσεις μιας νεαρής φερέλπιδος συγγραφέως που αναζητεί «πραγματικές» ιστορίες από το στόμα ένσαρκων ηρώων. Φυσικά, ο πραγματικός συγγραφέας εδώ αποδεικνύεται ο συνομιλητής της — η ίδια είναι εμείς, οι αναγνώστες, και η αγωνία της για τη συνέχεια καθαρά «αναγνωστική». Η δε ιστορία (και) εδώ αφορά ένα ερωτικό τρίγωνο, παράδοξο και απροσδόκητο, που πρέπει να ειπωθεί αργά-αργά και με τον κατάλληλο τόνο, από τον αφηγητή της. Όπως όλες οι ιστορίες.

Το ίδιο θα συμβεί και στο τρίτο διήγημα («Νεκρός σκύλος τα μεσάνυχτα»), κι εδώ μάλιστα ο αφηγητής θα το πει φάτσα-φόρα: «Κάθε ιστορία αποκαλύπτει το νόημά της μόνο αν τη διηγηθείς με μια συγκεκριμένη σειρά». Ο ίδιος βέβαια θα πει επίσης και τούτο: «Η πίστη μου στις λέξεις παρέμενε μειωμένη» — αλλά δεν έχει σημασία: πρόκειται για το πιο γλωσσικά άρτιο διήγημα από τα τέσσερα, είναι θα ’λεγες σμιλεμένο, λεπτοδουλεμένο, με τις λέξεις προσεκτικά επιλεγμένες για να αποκαλύπτουν σιγά-σιγά όσα πρέπει να αποκαλυφθούν: αλλά ποτέ όλα — οι ιστορίες είναι κομματιασμένες, όπως καθετί γύρω μας, είναι αδύνατον να τελειώσουν, να τελεσφορήσουν ή και να επεκταθούν περισσότερο. Ο «Σκύλος» είναι ένα «οικολογικό» διήγημα, που καταφέρνει να συνδέσει την καταστροφή της Αττικής από τη μεγάλη πυρκαγιά στην Πάρνηθα με τον εμπρησμό του ομόηχου κινηματογράφου «Αττικόν». Ξεχωρίζω αυτή τη σκέψη: «Το βουνό απλωνόταν γύρω μου, απρόσιτο, σκοτεινό. Ο κόσμος του παρελθόντος, σκέφτηκα. Ο κόσμος του ζώου. Όλες οι βαθιές συγκινήσεις πηγάζουν από αυτόν, αλλά οι περισσότεροι δεν θα διστάζαμε να τις θυσιάσουμε, προκειμένου να τον ξεριζώσουμε από μέσα μας».

Το διήγημα που χαρίζει τον τίτλο του στη συλλογή κλείνοντάς τη, «Νυχτερινό ρεύμα», είναι το πιο σκοτεινό από τα τέσσερα, και αυτό που κομίζει τις λιγότερες ελπίδες — αλλά κι αυτό που κρύβει το πιο μεγάλο (οικογενειακό, δηλαδή καθολικό) μυστικό. Σχεδόν χαίρεσαι που είναι και το μικρότερο σε έκταση, γιατί κουβαλά ένα ζόφο κάπως αβάσταχτο.

Συνολικά, έχουμε να κάνουμε με ένα βιβλίο που κουβαλά πολλή δουλειά, και που θα διαβαστεί και θα εκτιμηθεί πολύ.

ΥΓ. Ο Νίκος Γκιώνης εκδίδει, αν μετρώ καλά, τόσες συλλογές διηγημάτων όσο όλοι οι υπόλοιποι Έλληνες εκδότες μαζί. Για πολλούς λόγους, καλά κάνει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου