Δευτέρα 10 Αυγούστου 2015

Κερτ Βόννεγκατ, «Αν αυτό δεν είναι ωραίο, τότε τι είναι;»


Ο Βόννεγκατ δεν υπήρξε μόνο ένας σπουδαίος παραμυθάς αλλά και ένας χαρισματικός ομιλητής  ίσως επειδή ήταν ένας τόσο γλυκύς άνθρωπος, στον αντίποδα, ας πούμε, του Χάρλαν Έλισον, για να τον συγκρίνω με έναν άλλο συγγραφέα Επιστημονικής Φαντασίας. Μπορεί οι εμπειρίες του από τον πόλεμο να τον σημάδεψαν ανεξίτηλα σαν καλλιτέχνη (πάντα, αναγκαστικά, αναφέρεται κανείς όταν μιλά γι' αυτόν στο κολαστήριο της πολύπαθης Δρέσδης και στο Σφαγείο Νούμερο Πέντε), αλλά με έναν παράδοξο τρόπο τού δίδαξαν επίσης να είναι πολύ πιο ανθρώπινος, πολύ πιο γλυκύς, πιο ευγενικός. Η Δρέσδη, και ο θείος του:
Ο θείος μου ο Άλεξ Βόννεγκατ, ασφαλιστικός αντιπρόσωπος […] με έμαθε κάτι πολύ σημαντικό. Είχε πει πως όταν τα πράγματα πηγαίνουν πραγματικά καλά πρέπει να φροντίζουμε να τα προσέχουμε και να το αναγνωρίζουμε. Μιλούσε για πολύ απλές περιστάσεις,  όχι για σπουδαίες νίκες. Ίσως το να πίνει κανείς μια λεμονάδα κάτω από τη σκιά ενός δέντρου, ή το να μυρίζει το άρωμα του φρεσκοψημένου ψωμιού που βγαίνει από έναν φούρνο, ή το να ψαρεύει, ή το να αφουγκράζεται τη μουσική που ακούγεται από μια αίθουσα συναυλιών ενώ ο ίδιος στέκεται στο σκοτάδι απέξω, ή, θα τολμούσα να πω, μετά από ένα φιλί. Μου είχε πει ότι σε τέτοιες στιγμές είναι σημαντικό να λέει κανείς φωναχτά: «Αν αυτό δεν είναι ωραίο, τότε τι είναι;»
Αυτή είναι μία από τις συμβουλές στους νέους που δίνει ο Κ.Β. στις ομιλίες του στις τελετές αποφοίτησης (υπήρξε περιζήτητος, και πραγματικά πόσο προνομιούχοι ήταν οι απόφοιτοι που είχαν την τιμή να τον ακούσουν ζωντανά), μεταξύ πολλών άλλων. Όλες τους είναι «απλές», διόλου (ή πάρα πολύ) δύσκολες, και όλες κατατείνουν στο να είναι (στο να είμαστε) «καλοί», να μισούν τη βία και το οφθαλμόν αντί οφθαλμού, και στο να αγαπούν: την ελευθερία, τους άλλους, τον εαυτό τους, τα καθημερινά πράγματα, τις γειτονιές, τις μικρές πράξεις που μπορεί να σημαίνουν τα πάντα για κάποιον. Και τα βιβλία:
Μην εγκαταλείψετε τα βιβλία. Σου δίνουν μια τόσο ωραία αίσθηση — το φιλικό τους βάρος, ειδικό και μη· ο τρυφερός δισταγμός των σελίδων τους όταν τις γυρίζεις με τα ευαίσθητα ακροδάχτυλά σου. μεγάλο μέρος του εγκεφάλου μας είναι αφιερωμένο στο να αποφασίζει αν αυτό που αγγίζουμε με τα χέρια μάς κάνει καλό ή κακό. Κάθε εγκέφαλος που αξίζει μια δεκάρα γνωρίζει ότι τα βιβλία μάς κάνουν καλό.

Ωραίο βιβλίο. Εννέα λόγοι απέναντι σε νεανικό κοινό, που διατηρούν και σήμερα τη φρεσκάδα τους και, εφόσον αντλήσει κανείς από αυτούς ό,τι μπορεί και πρέπει να αντλήσει, την αποτελεσματικότητά τους. Ιδανικό δώρο και για νέους φοιτητές, όχι μόνο για αποφοίτους  για δεκαοχτάρηδες.

Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πατάκη.

Κυριάκος Αθανασιάδης

Παρασκευή 7 Αυγούστου 2015

Άλι Σμιθ, «Πώς να είσαι δύο»


Το Πώς να είσαι δύο της Άλι Σμιθ που κυκλοφόρησε προ ενός μηνός από τις Εκδόσεις Καστανιώτη είναι το πιο απολαυστικό μυθιστόρημα που εκδόθηκε φέτος, κι αυτό που χαίρεται περισσότερο από τα υπόλοιπα γι’ αυτό που είναι — κι αυτό, επίσης, που παίρνει τη λογοτεχνία από το χέρι και την πηγαίνει ένα βήμα πιο εκεί: δεξιά, αριστερά, εμπρός· δεν έχει σημασία, την πάει πιο εκεί. Πρέπει κανείς να παρακολουθεί όλα τα βήματα της Άλι Σμιθ, αυτής της τόσο ιδιότυπης συγγραφέως. Και είναι, βέβαια, ένα διπλό βιβλίο, δύο ιστορίες που η μία παρακολουθεί την άλλη και που αλληλοσυμπληρώνονται με έναν τρόπο απολύτως συγκινητικό και πέρα για πέρα ανθρώπινο (σχεδόν, θα έλεγε κανείς, θωπεύει η μία την άλλη): η ιστορία του Φραντσέσκο Ντελ Κόσσα (γέν. γύρω στα 1435/6, θάν. γύρω στα 1477/8), αυτού του Ιταλού καλλιτέχνη που τόσο λίγα γνωρίζουμε για τη ζωή του, και που τόσο λίγα αλλά σπουδαία έργα του έχουν επιζήσει και ταυτοποιηθεί, και της Τζορτζ, ενός κοριτσιού δεκάξι χρονών που ζει, σήμερα, στο Κέμπριτζ, με τον πατέρα του, τον αδελφό του και τη μητέρα της, που όμως έχει πεθάνει — και η Τζορτζ, βέβαια, δεν το αντέχει αυτό, και προσπαθεί απεγνωσμένα να της μιλά, να την έχει δίπλα της, να ακολουθεί τα βήματά της, να τη μαθαίνει και να τη βλέπει — η μητέρα της ζει, ακόμη, στο πλευρό της Τζορτζ, κι αυτό δεν είναι μόνο αναμνήσεις και καταγραφές, είναι κάτι πολύ παραπάνω.

Το πρώτο μισό μυθιστόρημα (στο δικό μου αντίτυπο: τα μισά είναι, κατόπιν απαιτήσεως της Σμιθ, τραβηγμένα με την ιστορία του Φραντσέσκο πρώτη, και τα άλλα μισά αντίτυπα με την ιστορία της Τζορτζ μπροστά) είναι το μυθιστόρημα του ματιού: τα μάτια είναι που πρωταγωνιστούν εδώ, θέλοντας να αποτυπώσουν τα πάντα, να μιμηθούν τα πάντα και να τα αποδώσουν μετά, ως έχουν. Δηλαδή: να εγγράψουν και να ορίσουν την ταυτότητά τους. Τα μάτια του Φραντσέσκο είναι αχόρταγα, ρουφούν το περιβάλλον του και διεισδύουν στους πίνακές του: τα ζωγραφίζει στους τοίχους και, μέσω αυτών, βλέπει και, με κάποιον τρόπο, εξακολουθούν να βλέπουν, για πάντα: για παράδειγμα την Τζορτζ, σήμερα, που τον μελετά και ερευνά τη ζωή του. Το δεύτερο μισό μυθιστόρημα είναι το μυθιστόρημα της κάμερας: η κάμερα του iPad, των κινητών, αλλά και όλες οι άλλες, καταγράφουν και απαθανατίζουν εικόνες και διαδρομές: από ό,τι έχει χαθεί, από ό,τι έχει βουλιάξει στο παρελθόν ή απλώς έχει πεθάνει — οπότε, και πάλι κατά κάποιον τρόπο: εικόνες από ό,τι δεν έχει πεθάνει αμετάκλητα. Και είναι επίσης ένα μυθιστόρημα κίνησης (οι κάμερες το επιτρέπουν αυτό), ταξιδιού και μαθητείας. Αλλά και το πρώτο μισό είναι ένα μυθιστόρημα μαθητείας: έχουμε δύο μισά ενός λογοτεχνικού γεγονότος εδώ, που συνομιλεί με τον εαυτό του προσπαθώντας να αποφύγει την αυτοσυντριβή του  να οριστεί και να ζήσει.

Και τα δύο μισά είναι, έτσι, μυθιστορήματα επανεύρεσης ή και δημιουργίας ενός εγώ, ενός προσώπου που θέλει να προσδιοριστεί μέσα στον κόσμο. Ακόμη, είναι μυθιστορήματα δημιουργίας του φύλου: ο Φραντσέσκο γίνεται Φραντσέσκα που ήταν Φραντσέσκο, το κορίτσι γίνεται αγόρι για να διδαχτεί την τέχνη της ζωγραφικής, κρύβεται σε αγορίστικα ρούχα, και κατόπιν σε αντρικά, είναι ένας καλά κρυμμένος εαυτός που χαίρεται να παραπετάει, σχεδόν, αυτοπροσωπογραφίες του μέσα σε μεγάλες θρησκευτικές ή κοσμικές συνθέσεις: ναι, γιατί να μην ήταν κορίτσι ο Φραντσέσκο Ντελ Κόσσα, λέει η Άλι Σμιθ; Ξέρουμε τόσο λίγα γι’ αυτόν/αυτήν. Αλλά και η Τζορτζ: ένα κορίτσι με αγορίστικο όνομα, που δεν μπορεί να αντέξει το εξοντωτικό παρόν του και τρέχει γύρω-γύρω από το πρόσωπό της για να ανακαλύψει έναν άλλο εαυτό και ένα άλλο παρόν, για να αποδράσει από τον εσωτερικό του λαβύρινθο και από τον τρομερό Μινώταυρο που ενοικεί εκεί χρησιμοποιώντας το κουβάρι της τέχνης, και της μνήμης (και της γνώσης), ή για να ερωτευτεί ένα άλλο κορίτσι, ένα κορίτσι σχεδόν χωρίς όνομα (ή ίσως όλα τα κορίτσια), και για να μπορέσει να δει καταφατικά το φύλο του, τις απορίες του και τα δάκρυά του.

Και τα δύο μισά μιλούν με τρομερή, υπέροχη λεπτομέρεια για τη ζωγραφική σαν κάτι φτιαγμένο από τα μάτια και τα χέρια, όχι από κάτι υπερκόσμιο, περιγράφουν με συγκλονιστικό τρόπο πίνακες (είναι αδύνατον να αντισταθεί κανείς και να μην γκουγκλάρει τους πίνακες για να τους βλέπει διαβάζοντας το βιβλίο), αναλύουν εικαστικές συνθέσεις, αναμιγνύουν υλικά για να φτιάξουν χρώματα, απλώνουν γύψο πάνω στους γερούς τοίχους για να ιστορήσουν το φρέσκο, τραβούν φωτογραφίες και τις τυπώνουν, γεμίζουν μ’ αυτές άλλους γερούς τοίχους — και όλα αυτά με έναν τρόπο συναρπαστικό και λαχταριστό, σπαρταριστό.

Δεν είναι ένα εύκολο βιβλίο, αλλά είναι ταυτόχρονα ένα βιβλίο που διαβάζεται με ταχύτητα και προσμονή. Και που (σαφώς) ξαναδιαβάζεται ύστερα, ίσως με άλλη σειρά, ή ίσως με την ίδια: πρώτα με το ένα μισό, έπειτα με το άλλο: υπάρχουν μυστικά εκεί, και λέξεις, που αξίζει να ανακαλυφθούν.

Η μετάφραση του Νίκου Α. Μάντη (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του συγγραφέα Νίκου Λαμπρόπουλου) είναι ένα έργο τέχνης από μόνη της, επίσης. Ευτυχώς, ειδάλλως το βιβλίο θα μαράζωνε. Όμως τώρα θάλλει.

Κική Τσιλιγγερίδου



Δευτέρα 3 Αυγούστου 2015

Lauren Beukes, «Τα λαμπερά κορίτσια»


Το μυθιστόρημα της Νοτιοαφρικανής Μπιούκες την οποία μάς συστήνουν για πρώτη φορά στα ελληνικά οι Εκδόσεις Bell είναι ένα πάντρεμα πολλών ειδών (τρόμου —με καθ’ έξιν δολοφόνο—, επιστημονικής φαντασίας —με ταξίδι στο χρόνο—, αστυνομικό, δράσης, ιστορικό…), αλλά όχι ένα «λίγο απ’ όλα» βιβλίο: είναι μια κατηγορία από μόνο του, και αν κάτι καταφέρνει η συγγραφέας του είναι να αποδείξει ότι η αφηγηματική τεχνική της είναι ακονισμένη σαν το πτυσσόμενο μαχαίρι του χωλού, ψυχρού και απίστευτα σκοτεινού πρωταγωνιστή της, που σκοτώνει τα «λαμπερά κορίτσια» του υπακούοντας σε ένα σχέδιο που δεν μπορεί να κατανοήσει, και που τον ξεπερνά.

Ο Χάρπερ, ο ακούσιος χρονοταξιδιώτης, ξεκινά το τρομακτικό έργο του από την εποχή της Ποτοαπαγόρευσης, πηδά από χρονιά σε χρονιά με άλματα, επιστρέφει πίσω, δοκιμάζει και μαθαίνει, και φτάνει μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας τού ’90, καθώς το Σπίτι που τον έχει φυλακίσει του δίνει τη δυνατότητα να παίζει με το χρόνο —και με τα θύματά του— και να κρύβεται στις πτυχώσεις του. Εξαιρετικό εύρημα, που από μόνο του αρκεί για να σχεδιαστεί και να γραφτεί ένα ανατριχιαστικό βιβλίο τρόμου και αγωνίας, που, από την άλλη, δεν περιέχει πολλές σαδιστικές κορυφώσεις (σχεδόν καμία: η Μπιούκες δεν θέλγεται από την αναπαράσταση της βίας και ρίχνει βιαστικά ένα πέπλο στις σπλάτερ σκηνές — δεν είναι αυτό το θέμα της), αλλά που είναι ακριβώς αυτό: τρομακτικό και αγωνιώδες. Και ευφάνταστο. Τόσο ευφάνταστο μάλιστα, που ενδεχομένως θα γεννήσει μελλοντικά ένα υποείδος, με χρονοταξιδιώτες serial killers — ο χρόνος θα δείξει.

Εντυπωσιάζει στο βιβλίο, επίσης, η πολλή και πολύ σοβαρή δουλειά στην έρευνα που προηγήθηκε, καθώς τα στοιχεία που δίνονται για μία σειρά από πλευρές της ζωής κατά τις δεκαετίες ιδίως τού ’30 και του ’40 στο Σικάγο, την πόλη όπου διαδραματίζεται η κυρίως και οι δευτερεύουσες υποθέσεις του βιβλίου, από τα υπαίθρια λούνα-παρκ με τις παράδοξες ατραξιόν μέχρι τις μεθόδους της αστυνομικής έρευνας, και από το βιαστικό χτίσιμο πλοίων για τον πόλεμο μέχρι τις φυλετικές διακρίσεις και την απαρχή του αγώνα για τα ανθρώπινα δικαιώματα των μαύρων. Ξεχωριστή μνεία πρέπει ασφαλώς να γίνει στην πρωταγωνίστρια, το μόνο «λαμπερό κορίτσι» που σώζεται από το μαχαίρι του Χάρπερ και που βάζει σκοπό της ζωής της να τον ανακαλύψει και να εκδικηθεί, στη σχέση της με τον μέντορά της, καθώς και στην καθημερινότητά τους μέσα σε μια μεγάλη εφημερίδα. Η Κέρμπι είναι ένας εξαιρετικά καλοσχηματισμένος χαρακτήρας, και οι αναγνώστες θα τη συμπαθήσουν πολύ: αυτό το μυθιστόρημα είναι, επίσης, και ένα φεμινιστικό βιβλίο.


Πολύ καλή, όπως πάντα άλλωστε, η μετάφραση του χαλκέντερου Μιχάλη Μακρόπουλου.

Κυριάκος Αθανασιάδης

Κυριακή 2 Αυγούστου 2015

Κάρι Χεστχάμαρ, «So long, Marianne»




«Όποιος έχει ζήσει στην Ύδρα δεν μπορεί να ζήσει οπουδήποτε αλλού, ούτε καν στην Ύδρα», είπε ο Άξελ Γένσεν στη Μαριάννε Ιλέν, και κάπως έτσι ήταν τα πράγματα γι' αυτούς.

Ο Άξελ και η Μαριάννε, Νορβηγοί και οι δύο, γνωρίστηκαν στο παγωμένο Όσλο, στην τρυφερή ηλικία των 19 ετών. Ο Άξελ ήθελε να γίνει συγγραφέας, η Μαριάννε δεν ήξερε ακόμη τι θα 'θελε να κάνει (και δεν έμαθε για πολλά χρόνια μετά). Ο Άξελ τα κατάφερε. Μετά από ένα μεγάλο ταξίδι που έκανε στη Σαχάρα, όπου έζησε με τους Τουαρέγκ, επέστρεψε στη Νορβηγία, έγραψε το πρώτο του βιβλίο με το οποίο έγινε αμέσως πολύ γνωστός, πήρε το κορίτσι του, τη Μαριάννε, και πήγαν να ζήσουν στην Ύδρα. Στην Ύδρα του 1956, χωρίς ρεύμα και τρεχούμενο νερό στα σπίτια. Ήταν, και οι δυο, 22 χρονών.

Γιατί στην Ύδρα; Η Ελλάδα ήταν ακόμη τότε για την Ευρώπη ένας τόπος ανεξερεύνητος και συνάμα γοητευτικός. Οι νέοι ήθελαν να δουν από κοντά τους Δελφούς και την Επίδαυρο, να ζήσουν σε ένα ελληνικό νησί. Μετά το Παιδί και το Δελφίνι, η Ύδρα έγινε τόπος στον οποίο έζησαν για μικρό ή μεγάλο χρονικό διάστημα ξένοι καλλιτέχνες από την Ευρώπη, τις ΗΠΑ, τον Καναδά.

Εκεί λοιπόν ριζώνουν η Μαριάννε και ο Άξελ, και λέω ριζώνουν γιατί αγόρασαν κι ένα σπίτι. Το νησί τούς αγκαλιάζει και τους αποθεώνει. Οι ξένοι είναι ξανθοί και όμορφοι και έχουν ένα παιδί κατάξανθο, με μαλλιά σχεδόν λευκά από τον ήλιο. Τους προσκαλούν εφοπλιστές και αστοί της Αθήνας σε πάρτι και εκδηλώσεις σε σκάφη και σπίτια, στην Ύδρα, στο Κολωνάκι, παντού. Τόσο εύκολο ήταν τότε για τους ξανθούς, ξένους και όμορφους να ενσωματωθούν στην υψηλή κοινωνία της Ελλάδας των mid 50's.

Περιγράφει ο Κόεν αργότερα:

Ήταν όλοι τους νέοι και όμορφοι και ταλαντούχοι, βουτηγμένοι στη χρυσόσκονη. Καθένας τους είχε μοναδικά, ιδιαίτερα ταλέντα. Έτσι, φυσικά, φαντάζει πάντα η νιότη, αλλά στο υπέροχο εκείνο πλαίσιο της Ύδρας τα πάντα διογκώνονταν. Έλαμπαν, όλοι τους. Στα μάτια μου, ήταν όλοι υπέροχοι. Τα λάθη που κάναμε ήταν λάθη σημαντικά, οι απιστίες μας απιστίες με σημασία. Ο,τι κάναμε ήταν λαμπερό και σημαντικό. Έτσι είναι η νιότη.

Ο Άξελ εγκαταλείπει τη Μαριάννε και το νεογέννητο παιδί τους για μιαν άλλη γυναίκα, και τότε η Μαριάννε γνωρίζει τον Λέναρντ Κόεν, σε ένα μπακάλικο στην Ύδρα. Ο Κόεν ερωτεύεται την όμορφη Νορβηγίδα και ζουν μαζί, στην Ύδρα, για σχεδόν δέκα χρόνια, στο σπίτι που είχε αγοράσει ο Κόεν στο νησί.

Το βιβλίο περιγράφει γλαφυρά έναν τρόπο ζωής που έκαναν εκείνη την εποχή πολλοί νέοι, την ελευθεριότητά του, τους πειραματισμούς του, τα ταξίδια τους, μια μποέμικη κατάσταση στην οποία η Μαριάννε παρασύρθηκε, εν μέρει και λόγω της ομορφιάς της, αλλά με την οποία ποτέ δεν συμφώνησε απολύτως. Περιγράφει την Ύδρα της δεκαετίας του '50. Οι ξένοι δεν ξεχώριζαν μόνο από την εμφάνισή τους αλλά και λόγω του τρόπου της ζωής τους. Στη Μαριάννε κάνει εντύπωση το πόσο λίγες Ελληνίδες από την Ύδρα γνωρίζει όσο ζει στο νησί. Τις βλέπει μόνο τις Κυριακές, όταν κάνουν βόλτα με τα καλοντυμένα παιδιά τους στο νησί.

Όποιος περιμένει, διαβάζοντας το So Long, Marianne, να μάθει κάτι περισσότερο για τον Κόεν, δε θα ικανοποιηθεί. Το βιβλίο αυτό περιγράφει την ιστορία της Μαριάννε, που είναι ενδιαφέρουσα όχι επειδή η ίδια η Μαριάννε διακρίνεται για κάτι, αλλά επειδή η ομορφιά και η τύχη της της χάρισαν μια ζωή που λίγοι είχαν την ευκαιρία να βιώσουν και που τη μοιράστηκε κάποια χρόνια με ανθρώπους-θρύλους: κυρίως τον Κόεν, αλλά και τον Άξελ. Επειδή η Μαριάννε έζησε μια θύελλα μεταξύ Ύδρας, Όσλο, Μόντρεαλ και Παρισιού.

Το βιβλίο είναι ενδιαφέρον και για έναν επιπλέον λόγο: τα ένθετα με τις φωτογραφίες της Μαριάννε, του Άξελ Γένσεν και του Λέναρντ Κόεν στην Ύδρα, αλλά και τις επιστολές που αντάλλασσε η Μαριάννε με τους δυο τους.

Η σχέση των δύο νέων τελειώνει άδοξα. Περιγράφει ο Κόεν αργότερα:

Όπως κάθε νέος συγγραφέας, όπως κάθε νέος άνθρωπος, λαχταρούσα εμπειρίες. Ήθελα πολλές γυναίκες, ήθελα πολλές διαφορετικές εμπειρίες, πολλές χώρες, πολλά κλίματα, πολλές ερωτικές σχέσεις. Δεν το καταλάβαινα τότε, αλλά ήταν απολύτως φυσιολογικό να αντικρίζω τη ζωή σαν να ήταν μπουφές γεμάτος όλων των ειδών τις γεύσεις. Μέχρι που κατάλαβα ότι τίποτα δεν θα μου έφτανε ποτέ. Αλλά μου πήρε μια ολόκληρη ζωή να το συνειδητοποιήσω και να το αποδεχτώ. Παιδιά ήμαστε και ζούσαμε σε μια εποχή όπου όλα τα δεδομένα ανατρέπονταν. Δεν θέλαμε να ακολουθήσουμε τα παλιά πρότυπα, θέλαμε όμως να διατηρήσουμε ό, τι θεωρούσαμε καλό και όμορφο… Καμιά από εκείνες τις σχέσεις δεν επέζησε -- επέζησαν μόνο στη μνήμη μας, για να τις τιμούμε και να αναγνωρίζουμε πόσα πολλά μας έδωσαν εκείνες οι εμπειρίες.


Πολύ ωραία η έκδοση από τις εκδόσεις Ποταμός και η απευθείας από τα νορβηγικά μετάφραση της Κρυστάλλης Γλυνιαδάκη.

Κική Τσιλιγγερίδου


Πέμπτη 30 Ιουλίου 2015

Antoine Bello, «Έρευνα για την εξαφάνιση της Εμιλί Μπρυνέ»


Ένας φόρος τιμής στην Άγκαθα Κρίστι, ένα πανέξυπνο αστυνομικό μυθιστόρημα που ακολουθεί την παράδοση των whodunnit ιστοριών μυστηρίου και φόνου της παλιάς σχολής επιχειρώντας, και καταφέρνοντας, να εκμοντερνίσει το είδος, με γράψιμο δροσερό και ανάλαφρο, ειρωνικό και αυτοσαρκαστικό όπως του πρέπει, και με δομή αρκούντως «παραδοσιακά» πρωτότυπη, παρωδία και παρωδία παρωδίας ταυτόχρονα, η Έρευνα για την εξαφάνιση της Εμιλί Μπρυνέ απευθύνεται πρωτίστως στους ρέκτες της Άγκαθα —τόσο επειδή ο ίδιος ο Antoine Bello την ξέρει καλά, την έχει μελετήσει επισταμένως και την αγαπά, όσο και γιατί μπορεί εύκολα, για τους ίδιους λόγους, να την αποδομήσει, ακόμη όμως και να προσποιηθεί ότι την αποκαθηλώνει— όσο και στους φαν του αστυνομικού εν γένει. Θα έλεγε κανείς, ένα αμιγώς καλοκαιρινό ανάγνωσμα.

Γραμμένη υπό μορφήν ημερολογιακών καταχωρίσεων ενός πρώην αστυνομικού επιθεωρητή με 100% λυμένες υποθέσεις στο παλμαρέ του, που όμως μετά από ένα ατύχημα πάσχει από «προχωρητική αμνησία» —η μνήμη του δεν δημιουργεί πια νέες αναμνήσεις: κάθε πρωί έχει ξεχάσει εντελώς τα γεγονότα της προηγούμενης ημέρας, οπότε αναγκάζεται να καταγράφει κάθε βράδυ την πορεία των ερευνών του, ώστε να τα γνωρίζει την επομένη—, του Ασίλ Ντυνό (όνομα που σαφώς παραπέμπει στον Ηρακλή Πουαρό, αλλά και στον ποεδικό-αρχετυπικό Ογκίστ Ντιπέν), ο οποίος έρχεται σε σφοδρή, πλην εξόχως ευγενική, «αριστοκρατική» αντιπαράθεση με τον υπ’ αριθμόν 1 ύποπτο του διπλού φονικού, ενός καθηγητή γνωσιακής ψυχολογίας, του Κλωντ Μπρυνέ, που είναι εξπέρ στον τομέα του και έχει αναπτύξει σχεδόν υπερφυσικές μνημοτεχνικές μεθόδους, οπότε, σε αντίθεση με τον επιθεωρητή, μπορεί να θυμάται τα πάντα, η Έρευνα επιστρατεύει το… φάντασμα του Ηρακλή Πουαρό, τον οποίο ο Ντυνό γνωρίζει τέλεια και θαυμάζει απεριόριστα, για να διαλευκάνει ένα έγκλημα που φαίνεται απλώς αδύνατον να εξιχνιαστεί. Ο χορός των στοιχείων και των «κειμενικών κωδικών σημείων» είναι λαμπρός και καταιγιστικός, οι ανατροπές και τα σημεία καμπής έξοχα, και η μονομαχία των δύο αντρών εφάμιλλη των κλασικών που έχουν χαραχτεί από νεανικά διαβάσματα στη μνήμη μας. Και όλα αυτά σε ένα κείμενο που θέλει να παραμείνει στη σκιά των γιγάντων, παρωδιακό και δοξαστικό περισσότερο και όχι αποκαθηλωτικό.

Ούτε ένα, ούτε δύο, αλλά τριάντα τέσσερα βιβλία της Άγκαθα Κρίστι μνημονεύονται εδώ, και όλα τους παρατίθενται στο Παράρτημα που ακολουθεί τις χρήσιμες Σημειώσεις της μεταφράστριας και της επιμελήτριας, σαν ένας φόρος τιμής, αν μη τι άλλο, της ελληνικής έκδοσης στο Λυχνάρι, τον εκδοτικό Οίκο που μας γνώρισε, μεταξύ άλλων «ελαφρών» αναγνωσμάτων της παραλογοτεχνίας, το έργο της Άγκαθα Κρίστι.


Η πολύ όμορφη μετάφραση είναι της Τιτίκας Δημητρούλια. Στις Εκδόσεις Πόλις κυκλοφορούν άλλα δύο μυθιστορήματα του Bello, οι Παραχαράκτες και οι Ιχνηλάτες.

Τετάρτη 29 Ιουλίου 2015

Juan Gabriel Vásquez, «Οι Πληροφοριοδότες»


Να ξεκαθαρίσω κάτι: δεν έχω διαβάσει τον Ήχο των πραγμάτων όταν πέφτουν, το αριστούργημα, κατά πολλούς, του Juan Gabriel Vasques. Αλλά και οι Πληροφοριοδότες του είναι ένα εξαιρετικό βιβλίο. Όχι επειδή έχει κάτι ιδιαίτερο και «λογοτεχνικό» η γραφή του (λίγοι δημοσιογράφοι αποκλίνουμε σημαντικά από αυτόν τον ένα συγκεκριμένο τρόπο γραφής, τον ρεπορταζιακό-δημοσιογραφικό), αλλά χάρη κυρίως στις πληροφορίες που δίνει.

Τι μας λένε λοιπόν οι Πληροφοριοδότες, και ποιοι ήταν; Αυτό που μαθαίνουμε μέσα από την ιστορία του συγγραφέα είναι το πώς η κοινωνία μιας χώρας όπως η Κολομβία, που δεν ενεπλάκη στρατιωτικά στις εχθροπραξίες κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, επηρεάστηκε βαθιά από την κρίση που συντάραξε όλη την υφήλιο.

Στην Κολομβία είχαν προσφύγει πολλοί Γερμανοί και Αυστριακοί πριν καλά-καλά ξεσπάσει ο πόλεμος, αλλά και κατά τη διάρκειά του. Το 1941 ο φιλελεύθερος πρόεδρος της χώρας Εδουάρδο Σάντος υπέγραψε με τις ΗΠΑ μια σειρά μυστικών συμφωνιών, στο πλαίσιο των οποίων δέχτηκε να θεσπίσει τις «μαύρες λίστες». Σε αυτές καταχωρίζονταν όχι μόνο Γερμανοί φιλοναζιστές, αλλά και Κολομβιανοί, σε μια περίοδο που οι συμπαθούντες τον ευρωπαϊκό φασισμό είχαν πληθύνει. Η συμπερίληψη στη λίστα, ειδικά μετά το 1942, ήταν κάτι σαν κοινωνικός θάνατος, αλλά τα κριτήρια συμπερίληψης ήταν θολά, με αποτέλεσμα να έχουν συντελεστεί πολλές αδικίες. Μπορούσε κανείς να δει στη λίστα, για παράδειγμα, έναν Γερμανό ναζί, αλλά και έναν φτωχό Ιάπωνα που πουλούσε μάγκο σε μια γωνιά, επειδή κάποιος τον κατέδωσε. Τον Μάρτιο του 1944 μάλιστα, η κυβέρνηση Πουμαρέχο αυτή τη φορά, επίσης φιλελεύθερη, πήγε την ιστορία ένα βήμα πιο πέρα: άνοιξε τα κέντρα κράτησης για όσους βρίσκονταν στη λίστα. Το κυριότερο ήταν το Sabaneta, ένα πολυτελές ξενοδοχείο δύο ώρες από την Μπογκοτά.

Το πλαίσιο αυτό δίνεται στο βιβλίο πολύ γλαφυρά, μέσα από την ιστορία ενός δημοσιογράφου, του Γκαμπριέλ Σαντόρο, ο οποίος γράφει τη βιογραφία μας Γερμανοβραίας που εγκαταστάθηκε στην Κολομβία λίγο μετά από την έναρξη του πολέμου. Για ποιο λόγο ο πατέρας του Σαντόρο, και παλιός φίλος της Γερμανίδας, γράφει την πιο σκληρή κριτική για το βιβλίο του γιου του; Ποια προδοσία κρύβεται πίσω από την ιστορία που ο πατέρας του έχει κρύψει επιμελώς τόσα χρόνια; Ο Σαντόρο κάνει την έρευνα που θα τον γυρίσει πίσω, στα χρόνια του πολέμου, αποκαλύπτοντας την πικρή αλήθεια που ο πατέρας του δεν ήθελε να ξέρει κανείς.

Οι «Πληροφοριοδότες» είναι ένα βιβλίο-ιστορία. Εξαιρετικό.

Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ίκαρος - Ikaros Publishing, σε σπουδαία μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη.

Κική Τσιλιγγερίδου

Τρίτη 28 Ιουλίου 2015

Μάρτα Ριβέρα ντε λα Κρουθ, «H Σημασία των πραγμάτων»


Κατά τον κλασικό χαρακτηρισμό «βιβλία για το καλοκαίρι», που σαφώς και υπάρχουν, σαφώς και γράφονται, εκδίδονται και διαβάζονται αφειδώς, και που βέβαια σπανίως έχουν «καλοκαιρινά» θέματα —ίσα-ίσα, είναι κυρίως αστυνομικά, περιπετειώδη, ερωτικά, φανταστικά, ή ιστορικές σάγκες—, θα χαρακτήριζα τη Σημασία των πραγμάτων της Μάρτα Ριβέρα ντε λα Κρουθ «μυθιστόρημα της Κρίσης», όχι γιατί μιλά γι’ αυτήν, κάθε άλλο, αλλά γιατί είναι ένα ισχυρό αντίδοτο απέναντί της. Όσο το διαβάζεις, δεν υπάρχει περίπτωση να απασχολήσουν το μυαλό σου έγνοιες και περισπασμοί της βάναυσης καθημερινότητας — και όχι επειδή μαζί του θα «ξεχαστείς», αλλά γιατί θα απολαύσεις τους χαρακτήρες του, το διπλό σκηνικό όπου κυρίως διαδραματίζεται, και μια ωραία, έξω από τα οικεία, ανεπαίσθητα ανεπτυγμένη και πανέμορφη ερωτική ιστορία «ωραίας και τέρατος», που καταλαμβάνει διακριτική θέση στις σελίδες του. Είναι ένα μυθιστόρημα που σε συνεπαίρνει και σε κατακτά. Πλούσιο, ευφάνταστο, γενναιόδωρο, καλογραμμένο και πρωτότυπο.

Ο κεντρικός ήρωάς του, ο Μάριο Μένκελ, ένας σύγχρονος, μοντέρνος βολταιρικός Καντίντ, συγγραφέας τού ενός βιβλίου και καθηγητής λογοτεχνίας σε ιδιωτικό πανεπιστήμιο της Μαδρίτης, είναι ένας ήσυχος, πράος, δειλός, αγαθός ανθρωπάκος κοντά στα πενήντα, που θέλει να περνά ξυστά από τη ροή της ζωής, να μην ενοχλεί και να μην ενοχλείται, σχεδόν σίγουρος πως ευθύνεται ο ίδιος για πολλά από τα κακά του κόσμου, αυτάρκης μέσα σε ένα στενό και καλά τακτοποιημένο περιβάλλον, πλημμυρισμένο ρουτίνα και επαναλαμβανόμενες, στερεοτυπικές κινήσεις: κάτι που γι’ αυτόν συνιστά θαλπωρή και του παρέχει ασφάλεια. Είναι το άκρον άωτον της διακριτικότητας, ένας άνθρωπος στάσιμος και τρομαγμένος, που θέλει να ζει στην αφάνεια με κάθε τρόπο. Ξαφνικά όμως, από τη μια στιγμή στην άλλη, μετά την αυτοκτονία του νοικάρη του, με τον οποίο δεν έχει έρθει ποτέ σε προσωπική επαφή, θα βρεθεί στο κέντρο ενός μικρού κόσμου γεμάτου πράγματα, μικρά, αλλότρια, άχρηστα, παλιά, όμως γοητευτικά και μυστηριώδη, συλλογές μικροαντικειμένων που πλημμυρίζουν το σπίτι του αυτόχειρα και φωνάζουν στον Μάριο να τα προσεγγίσει, να τα μελετήσει, να τα ταξινομήσει και να εξαγάγει ίσως από αυτά μια, ακόμη, ιστορία. Θα αντισταθεί βέβαια, είναι το τελευταίο που θέλει να κάνει ένας χαρακτήρας με τη δική του ψυχοσύνθεση, αλλά με τη βοήθεια μιας γυναίκας που ο ίδιος ονειρεύεται μυστικά επί πολλά χρόνια, της Μπεατρίθ Μιγιάρες, μιας δυναμικής συναδέλφου του που, σε αντίθεση με αυτόν, πατά γερά στα πόδια της, και που ο δειλός καθηγητής λογοτεχνίας θαυμάζει ενστικτωδώς, θα επιχειρήσει να βρει την έξοδο αυτού του λαβυρίνθου, στο μέσον του οποίου χτυπά μια γνωστή, πολύ γνωστή του καρδιά, και ένα πεπρωμένο.

Το βιβλίο, που θα αποζημιώσει όλους τους αναγνώστες του, θα ήταν καλό να διαβάσουν, μεταξύ των άλλων, και επίδοξοι συγγραφείς: είναι ένα καταπληκτικό εργαστήρι δημιουργικής γραφής (η ντε λα Κρουθ, άλλωστε, διδάσκει σε σχολή λογοτεχνικής δημιουργίας, εξ ου και δένει τόσο όμορφα και αβίαστα όλα τα υλικά της, μέχρι το αποκαλυπτικό φινάλε). Και μόνο από τέτοια, ήσσονα μυθιστορήματα, ήσσονα με την έννοια του μη-αριστουργήματος, του μη-μεγαλεπήβολου έργου, δηλαδή ενός «κανονικού» βιβλίου (μυθιστορήματα που λείπουν εμφαντικά από τα ελληνικά Γράμματα), μπορεί να διδαχτεί κανείς πώς γράφουμε (όπως και από ήσσονες ζωγράφους μπορεί να διδαχτεί κανείς να ζωγραφίζει: κανείς δεν μαθαίνει από τον Πικάσο και τον Μπρακ).


Εξαιρετική και ευφυής η μετάφραση της Ιφιγένειας Καλοδίκη, όμορφη έκδοση από την Ωκεανίδα, ένα μυθιστόρημα αισιόδοξο, «έξω καρδιά», που συστήνεται ανεπιφύλακτα.

Κυριάκος Αθανασιάδης