Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εκδόσεις Καστανιώτη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εκδόσεις Καστανιώτη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2015

Καρλ Ούβε Κνάουσγκορντ, «Ένας θάνατος στην οικογένεια»


Μου είναι αδύνατο σήμερα να σκεφτώ ή να εκφραστώ όπως τότε που ήμουν οκτώ ή δεκαέξι ετών. Ακόμη κι αν καμιά φορά περνούν από το μυαλό μου σκέψεις και συνειρμοί που θυμάμαι ότι είχα κάνει τότε, ακούσια τις περνώ από το φίλτρο του ενήλικου που τις εξευγενίζει και ενηλικιώνει κι αυτές, τις σκέψεις. Άσε δε που ορισμένες από αυτές τις σκέψεις είναι εξωφρενικές, προκλητικές και ασεβείς, ντρέπομαι να τις ομολογήσω ακόμη και στον εαυτό μου. Το ίδιο βέβαια ισχύει και για όσα λέω και σκέφτομαι στην ενήλικη ζωή μου. Η ωμότητα της σκέψης πάντα περνά από το φίλτρο της εκλογίκευσης και του εξευγενισμού, όπως οι σκέψεις όλων, υποθέτω.

Αυτός είναι ίσως ο βασικός λόγος που με συνεπήρε το πρώτο βιβλίο της σειράς με τον γενικό προκλητικό τίτλο «Ο Αγώνας μου», Ένας θάνατος στην οικογένεια, του Νορβηγού Κάρλ Ούβε Κνάουσγκορντ. Η σκέψη του συγγραφέα περιγράφεται ρεαλιστική, ατόφια, ωμή, σχεδόν ανεπεξέργαστη, ακόμη και όταν αναφέρεται στην ηλικία των οκτώ, δεκάξι και είκοσι ετών.

Η αυτοβιογραφία του Κνάουσγκορντ είναι συγκλονιστική, όχι επειδή συμβαίνει κάτι ιδιαίτερο και εξαιρετικό στη ζωή του, αλλά επειδή όλοι, άντρες και γυναίκες, μπορούν να ταυτιστούν με τις σκέψεις, τις διαπιστώσεις, τα συμπεράσματά του. Επειδή λέει την αλήθεια και ταυτόχρονα περιγράφει τις συγκρούσεις, τις συντριβές, τις πληγές του, όπως τις ανακάλυψε ο ίδιος κι όπως τις ανακαλύπτουμε όλοι: βιώνοντάς τες. Περιγράφει τον θάνατο του αλκοολικού πατέρα του, που, μολονότι τον είχε ευχηθεί πολλές φορές, όταν συμβαίνει, τον συνθλίβει. «Και για μένα, τι ήταν ο μπαμπάς για μένα; Κάποιος που ευχόμουν να πέθαινε. Προς τι λοιπόν όλα αυτά τα δάκρυα;»

Ο Κνάουσγκορντ, 46 ετών σήμερα, περιγράφει τη ζωή του στη Νορβηγία και μετά στη Σουηδία, όπου ζει τώρα. Τα χρόνια στο σχολείο, τη σχέση με τον αυστηρό πατέρα του και την απούσα μητέρα του. Με τον αδελφό του που λάτρευε (και σήμερα έχουν μαζί έναν μικρό εκδοτικό οίκο), με την πρώτη σύζυγό του, που την αγαπούσε αλλά την άφησε και πήγε στη Σουηδία, όπου και γνώρισε τη δεύτερη σύζυγό του, ποιήτρια, με την οποία σήμερα έχει τέσσερα παιδιά. Τα τέσσερα παιδιά και η ρουτίνα της καθημερινότητας φοβάται ότι του αφαιρούν πολύτιμο χρόνο, χρόνο που θέλει να διαθέσει για να γράψει. Περιγράφει την αγάπη του για τη ροκ μουσική, μιλά για το μουσικό συγκρότημα που είχε στην εφηβεία του, παραδέχεται ότι είναι ατάλαντος μουσικός (μολονότι πρόσφατα έδωσε στο Μανχάταν μια μικρή συναυλία). Είναι τολμηρό να περιγράφεις και να δημοσιεύεις αυτά που σκέφτεσαι για ανθρώπους που θα τα διαβάσουν. Καθόλου τυχαία έχει χαρακτηριστεί ως the coolest kid on the literary block. Ο εκδότης του έστειλε τον τελευταίο τόμο του «Αγώνα» σε κριτικούς στις ΗΠΑ μαζί με μια κούπα και ένα t-shirt με το λογότυπο All OVe It (κάνοντας λογοπαίγνιο με το Ove, φυσικά).

Η αυτοβιογραφία του Κνάουσγκορντ εκτυλίσσεται σε μυθιστορηματική μορφή και είναι υπέροχη, είναι από τα καλύτερα βιβλία που έχω διαβάσει τα τελευταία χρόνια. Κρατιέμαι να μη διαβάσω τον δεύτερο τόμο στα αγγλικά, αλλά όχι: θα περιμένω την ελληνική έκδοση από τις Εκδόσεις Καστανιώτη, στην πολύ-πολύ καλή μετάφραση (απευθείας από τα νορβηγικά) του Σωτήρη Σουλιώτη.

Διαβάστε το πρώτο βιβλίο που κυκλοφορεί. Για όσους είστε πάνω από 30 είναι σχεδόν υποχρεωτικό.

«Αχ, η ζωή είναι αώνας», είπε η γριά, δεν μπορούσε να πει το γ.*

* Έκφραση που έλεγε πολύ συχνά η γιαγιά του Κνάουσγκορντ και από την οποία προκύπτει ίσως ο τίτλος του έργου.


Κική Τσιλιγγερίδου

Παρασκευή 7 Αυγούστου 2015

Άλι Σμιθ, «Πώς να είσαι δύο»


Το Πώς να είσαι δύο της Άλι Σμιθ που κυκλοφόρησε προ ενός μηνός από τις Εκδόσεις Καστανιώτη είναι το πιο απολαυστικό μυθιστόρημα που εκδόθηκε φέτος, κι αυτό που χαίρεται περισσότερο από τα υπόλοιπα γι’ αυτό που είναι — κι αυτό, επίσης, που παίρνει τη λογοτεχνία από το χέρι και την πηγαίνει ένα βήμα πιο εκεί: δεξιά, αριστερά, εμπρός· δεν έχει σημασία, την πάει πιο εκεί. Πρέπει κανείς να παρακολουθεί όλα τα βήματα της Άλι Σμιθ, αυτής της τόσο ιδιότυπης συγγραφέως. Και είναι, βέβαια, ένα διπλό βιβλίο, δύο ιστορίες που η μία παρακολουθεί την άλλη και που αλληλοσυμπληρώνονται με έναν τρόπο απολύτως συγκινητικό και πέρα για πέρα ανθρώπινο (σχεδόν, θα έλεγε κανείς, θωπεύει η μία την άλλη): η ιστορία του Φραντσέσκο Ντελ Κόσσα (γέν. γύρω στα 1435/6, θάν. γύρω στα 1477/8), αυτού του Ιταλού καλλιτέχνη που τόσο λίγα γνωρίζουμε για τη ζωή του, και που τόσο λίγα αλλά σπουδαία έργα του έχουν επιζήσει και ταυτοποιηθεί, και της Τζορτζ, ενός κοριτσιού δεκάξι χρονών που ζει, σήμερα, στο Κέμπριτζ, με τον πατέρα του, τον αδελφό του και τη μητέρα της, που όμως έχει πεθάνει — και η Τζορτζ, βέβαια, δεν το αντέχει αυτό, και προσπαθεί απεγνωσμένα να της μιλά, να την έχει δίπλα της, να ακολουθεί τα βήματά της, να τη μαθαίνει και να τη βλέπει — η μητέρα της ζει, ακόμη, στο πλευρό της Τζορτζ, κι αυτό δεν είναι μόνο αναμνήσεις και καταγραφές, είναι κάτι πολύ παραπάνω.

Το πρώτο μισό μυθιστόρημα (στο δικό μου αντίτυπο: τα μισά είναι, κατόπιν απαιτήσεως της Σμιθ, τραβηγμένα με την ιστορία του Φραντσέσκο πρώτη, και τα άλλα μισά αντίτυπα με την ιστορία της Τζορτζ μπροστά) είναι το μυθιστόρημα του ματιού: τα μάτια είναι που πρωταγωνιστούν εδώ, θέλοντας να αποτυπώσουν τα πάντα, να μιμηθούν τα πάντα και να τα αποδώσουν μετά, ως έχουν. Δηλαδή: να εγγράψουν και να ορίσουν την ταυτότητά τους. Τα μάτια του Φραντσέσκο είναι αχόρταγα, ρουφούν το περιβάλλον του και διεισδύουν στους πίνακές του: τα ζωγραφίζει στους τοίχους και, μέσω αυτών, βλέπει και, με κάποιον τρόπο, εξακολουθούν να βλέπουν, για πάντα: για παράδειγμα την Τζορτζ, σήμερα, που τον μελετά και ερευνά τη ζωή του. Το δεύτερο μισό μυθιστόρημα είναι το μυθιστόρημα της κάμερας: η κάμερα του iPad, των κινητών, αλλά και όλες οι άλλες, καταγράφουν και απαθανατίζουν εικόνες και διαδρομές: από ό,τι έχει χαθεί, από ό,τι έχει βουλιάξει στο παρελθόν ή απλώς έχει πεθάνει — οπότε, και πάλι κατά κάποιον τρόπο: εικόνες από ό,τι δεν έχει πεθάνει αμετάκλητα. Και είναι επίσης ένα μυθιστόρημα κίνησης (οι κάμερες το επιτρέπουν αυτό), ταξιδιού και μαθητείας. Αλλά και το πρώτο μισό είναι ένα μυθιστόρημα μαθητείας: έχουμε δύο μισά ενός λογοτεχνικού γεγονότος εδώ, που συνομιλεί με τον εαυτό του προσπαθώντας να αποφύγει την αυτοσυντριβή του  να οριστεί και να ζήσει.

Και τα δύο μισά είναι, έτσι, μυθιστορήματα επανεύρεσης ή και δημιουργίας ενός εγώ, ενός προσώπου που θέλει να προσδιοριστεί μέσα στον κόσμο. Ακόμη, είναι μυθιστορήματα δημιουργίας του φύλου: ο Φραντσέσκο γίνεται Φραντσέσκα που ήταν Φραντσέσκο, το κορίτσι γίνεται αγόρι για να διδαχτεί την τέχνη της ζωγραφικής, κρύβεται σε αγορίστικα ρούχα, και κατόπιν σε αντρικά, είναι ένας καλά κρυμμένος εαυτός που χαίρεται να παραπετάει, σχεδόν, αυτοπροσωπογραφίες του μέσα σε μεγάλες θρησκευτικές ή κοσμικές συνθέσεις: ναι, γιατί να μην ήταν κορίτσι ο Φραντσέσκο Ντελ Κόσσα, λέει η Άλι Σμιθ; Ξέρουμε τόσο λίγα γι’ αυτόν/αυτήν. Αλλά και η Τζορτζ: ένα κορίτσι με αγορίστικο όνομα, που δεν μπορεί να αντέξει το εξοντωτικό παρόν του και τρέχει γύρω-γύρω από το πρόσωπό της για να ανακαλύψει έναν άλλο εαυτό και ένα άλλο παρόν, για να αποδράσει από τον εσωτερικό του λαβύρινθο και από τον τρομερό Μινώταυρο που ενοικεί εκεί χρησιμοποιώντας το κουβάρι της τέχνης, και της μνήμης (και της γνώσης), ή για να ερωτευτεί ένα άλλο κορίτσι, ένα κορίτσι σχεδόν χωρίς όνομα (ή ίσως όλα τα κορίτσια), και για να μπορέσει να δει καταφατικά το φύλο του, τις απορίες του και τα δάκρυά του.

Και τα δύο μισά μιλούν με τρομερή, υπέροχη λεπτομέρεια για τη ζωγραφική σαν κάτι φτιαγμένο από τα μάτια και τα χέρια, όχι από κάτι υπερκόσμιο, περιγράφουν με συγκλονιστικό τρόπο πίνακες (είναι αδύνατον να αντισταθεί κανείς και να μην γκουγκλάρει τους πίνακες για να τους βλέπει διαβάζοντας το βιβλίο), αναλύουν εικαστικές συνθέσεις, αναμιγνύουν υλικά για να φτιάξουν χρώματα, απλώνουν γύψο πάνω στους γερούς τοίχους για να ιστορήσουν το φρέσκο, τραβούν φωτογραφίες και τις τυπώνουν, γεμίζουν μ’ αυτές άλλους γερούς τοίχους — και όλα αυτά με έναν τρόπο συναρπαστικό και λαχταριστό, σπαρταριστό.

Δεν είναι ένα εύκολο βιβλίο, αλλά είναι ταυτόχρονα ένα βιβλίο που διαβάζεται με ταχύτητα και προσμονή. Και που (σαφώς) ξαναδιαβάζεται ύστερα, ίσως με άλλη σειρά, ή ίσως με την ίδια: πρώτα με το ένα μισό, έπειτα με το άλλο: υπάρχουν μυστικά εκεί, και λέξεις, που αξίζει να ανακαλυφθούν.

Η μετάφραση του Νίκου Α. Μάντη (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του συγγραφέα Νίκου Λαμπρόπουλου) είναι ένα έργο τέχνης από μόνη της, επίσης. Ευτυχώς, ειδάλλως το βιβλίο θα μαράζωνε. Όμως τώρα θάλλει.

Κική Τσιλιγγερίδου



Παρασκευή 19 Ιουνίου 2015

Μπέντζαμιν Μπλακ, «Η ξανθιά με τα μαύρα μάτια»



«Χριστός κι απόστολος, Φιλ, τι διάολο είναι αυτό;Άνοιξα τα χέρια μου σηκώνοντας τους ώμους. Από πού ν' άρχιζα;

Ο Τζον Μπάνβιλ (αυτός είναι βέβαια ο Μπέντζαμιν Μπλακ) έγραψε έναν Μάρλοου που θα τον υπέγραφε πέραν πάσης αμφιβολίας ο ίδιος ο Τσάντλερ, οπότε η Ξανθιά με τα μαύρα μάτια πλέον κατατάσσεται στη βιβλιογραφία αμφοτέρων.

Όλα όσα αγαπήσαμε (μάλλον: αγαπάμε, και αγαπάμε να τα διαβάζουμε και να τα ξαναδιαβάζουμε, να τα βιώνουμε ξανά και ξανά με απανωτές αναγνώσεις, να μας ανατριχιάζουν) είναι εδώ, ακόμη και παλιοί ήρωες — και ηρωίδες: η καυστική ειρωνεία, ο αυτοσαρκασμός, η παλιά Ολντσμομπίλ που ζεματάει από τον ήλιο γιατί πάντα είναι παρκαρισμένη στο λάθος μέρος, οι ολοζώντανοι —ακόμη κι όταν πεθαίνουν— δεύτεροι χαρακτήρες που ζουν σε μπαρ, ξεφυτρώνουν από ασανσέρ, περπατούν χωρίς προφανή προορισμό στο δρόμο, κόβουν εισιτήρια σε κινηματογράφους, βγάζουν μαχαίρι ή κάνουν ναρκωτικά, το Λος Άντζελες παραδομένο στην ψεύτικη, κινηματογραφική μοίρα του, οι σκληροί αστυνομικοί που γίνονται ακόμη σκληρότεροι όσο γερνούν, το νήμα που συνδέει μία σειρά ανθρώπους και καταστάσεις με χρυσά, ματωμένα δεσμά, η σφιχτή πλοκή που ξεδιπλώνεται τσιγάρο το τσιγάρο και γουλιά τη γουλιά, τα απανωτά τσιγάρα —όταν διαβάζεις Μάρλοου, το τσιγάρο σου αποκτά μεγαλύτερη αξία, το νιώθεις καλύτερα, όπως του πρέπει· κι αν δεν καπνίζεις, καταλαβαίνεις τι χάνεις— και τα απανωτά ποτά —μία ποικιλία ποτών, ο Μάρλοου δεν πίνει μόνο μπέρμπον—, και φυσικά οι γυναίκες, και η γυναίκα, που είναι όπως πάντα τα πάντα, και τίποτε.

Έχουμε να κάνουμε με ένα πανηγύρι της μελαγχολίας εδώ.

Παραθέτω λίγα τυχαία αποσπάσματα:

Το γραφείο υποδοχής ήταν επανδρωμένο, αν αυτή ήταν η σωστή λέξη, με μια μπριόζα μικροκαμωμένη μελαχρινή μ’ ένα εφαρμοστό μακρυμάνικο που δεν περνούσε απαρατήρητο. Άφησα μπροστά της την άδεια του ιδιωτικού αστυνομικού σαν ταχυδακτυλουργός που παρουσιάζει ένα τραπουλόχαρτο λίγο πριν το εξαφανίσει. Τις περισσότερες φορές, ούτε που κάθονται να την κοιτάξουν, θεωρώντας ότι είμαι από τα κεντρικά της αστυνομίας, πράγμα που προσωπικά δεν με πειράζει. Μου είπε ότι θα έπαιρνε μια ώρα μέχρι να φέρουν το φάκελο του Νίκο Πίτερσον. Της είπα ότι σε μια ώρα θα πότιζα τους κάκτους μου. Μου χαμογέλασε αβέβαια, λέγοντας ότι θα φρόντιζε μήπως μπορούσε να επισπεύσει τη διαδικασία. Περπάτησα πάνω-κάτω στο διάδρομο για λίγο, κάπνισα ένα τσιγάρο, έπειτα στάθηκα στο παράθυρο με τα χέρια στις τσέπες παρατηρώντας την κίνηση στην οδό Μίσιον. Είναι συναρπαστική η ζωή του ιδιωτικού αστυνομικού. 

Έβγαλα την ασημένια ταμπακέρα μου με το μονόγραμμα. Ποτέ δεν είχα μάθει ποιανού το μονόγραμμα ήταν — αγόρασα την ταμπακέρα από ενεχυροδανειστήριο.

Μου άρεσε η ιδέα της υπαίθρου. Εννοώ ότι μου άρεσε η σκέψη ότι υπάρχει: τα δέντρα, το χορτάρι, τα πουλιά στους θάμνους, όλα αυτά. Μου άρεσε μάλιστα να την κοιτάζω καμιά φορά από τη λεωφόρο, ας πούμε, μέσα από το παρμπρίζ ενός αυτοκινήτου.
 

Μια κραυγή ακούστηκε από κάπου κοντά, αλλόκοσμα λεπτή και διαπεραστική. Κοίταξα καλά-καλά την Κλερ. «Παγόνι», είπε.  Φυσικά εννοείται ότι θα υπήρχε ένα παγόνι. «Τον φωνάζουμε Λιμπεράτσε». 

«Ο κύριος Κάνινγκ;» είπα. «Ποιος είναι αυτός;» «Α, δεν ξέρετε; Νόμιζα ότι τα είχατε μάθει όλα αυτά, ως ερευνητής. Ο Γουίλιαμ Κάνινγκ είναι ο ιδρυτής της λέσχης μας. Μάλιστα το όνομά του είναι Γουίλμπερφορς — οι γονείς του τον ονόμασαν έτσι από τον Γουίλιαμ Γουίλμπερφορς, τον σπουδαίο Άγγλο βουλευτή και ηγέτη του κινήματος για την κατάργηση της δουλείας». «Ναι», είπα, με όσο πιο αδιάφορο ύφος μπόρεσα να επιστρατεύσω, «νομίζω ότι τον έχω ακουστά, σαφώς». «Είμαι σίγουρος». «Τον Γουίλιαμ Γουίλμπερφορς, εννοώ». 

[Έ]να τζάκι σχεδόν εξίσου απλόχωρο όσο το καθιστικό στο σπίτι μου στη λεωφόρο Γιούκα. Πάτησε ένα ηλεκτρικό κουδούνι δίπλα από το τζάκι —αλήθεια, ακριβώς όπως στο θέατρο—, ενώ εγώ βυθιζόμουν σε μια πολυθρόνα. Ήταν τόσο βαθιά, που τα γόνατά μου σχεδόν χτύπησαν στο σαγόνι μου. 

Παρατήρησα, όπως είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω στο παρελθόν, πόσο το μπαρούτι μύριζε σαν τηγανητό μπέικον. 

Ο βίαιος θάνατος αφήνει πάντα ασάφειες. Είναι κάτι που έχω προσέξει. 

Δεν υπάρχει τίποτα σαν τη γαλήνη μέσα σ’ ένα έρημο σπίτι. […] Δεν συνειδητοποιείς πόσο περιορισμένος είναι ο χώρος όπου μένεις μέχρι να μπει κάποιος άλλος μέσα. 

Δεν ήξερα πού πήγαινα [με το αυτοκίνητο] μέχρι που έφτασα εκεί. 

Δεν είχε κουνηθεί καθόλου, τουλάχιστον απ’ όσο είχα προσέξει, ωστόσο με κάποιον τρόπο το πρόσωπό της ήταν πιο κοντά στο δικό μου από πριν. Δεν απέμενε παρά να τη φιλήσω. 

Ήμουν ακόμα ερωτευμένος μαζί της, με έναν κάπως επώδυνο, μάταιο τρόπο. Τι βλάκας που ήμουν. 

Κάθισα ξανά, αν και έμοιαζε περισσότερο σαν να κατέρρευσα. Πάνω στο τραπέζι έστεκε άθικτο το ποτό της, με μια μοναχική ελιά βυθισμένη στο εσωτερικό του. Το τσακισμένο τσιγάρο της μες στο τασάκι είχε ένα λεκέ από κραγιόν. Κοίταξα το ποτήρι μου, μισοάδειο, μια τσαλακωμένη χαρτοπετσέτα, μια-δυο νιφάδες στάχτης πάνω στο τραπέζι, που θα έφευγαν μ’ ένα φύσημα. Αυτά τα πράγματα απομένουν τελικά· αυτά θυμόμαστε.

Από τις ΕκδόσειςΚαστανιώτη, σε μετάφραση Μαρίας Φακίνου. Για όλους τους φαν του Φίλιπ Μάρλοου και του νουάρ.

Κυριάκος Αθανασιάδης





Λεονάρδο Παδούρα, «Αιρετικοί»


Το πρωινό της 27ης Μαΐου 1939 στο λιμάνι της Αβάνας καταπλέει ένα υπερωκεάνιο, το S.S. Σεντ Λούις. Σ' αυτό έχουν επιβιβαστεί από το Αμβούργο 937 Εβραίοι που βρήκαν οδό διαφυγής από τη ναζιστική Γερμανία και πλήρωσαν την -πανάκριβη- τουριστική βίζα που εξέδιδε στο Βερολίνο το γραφείο της κουβανικής κυβέρνησης. Μαζί τους, επιτρέπεται να πάρουν μια βαλίτσα ρούχα και δέκα όλα κι όλα μάρκα ο καθένας. 

Ενόσω το Σεντ Λούις έπλεε προς την Αβάνα, όλα τα βήματα της τραγωδίας στην οποία θα κατέληγε εκείνο το επεισόδιο, ένα από τα πιο επαίσχυντα και μικρόψυχα πολιτικά επεισόδια ολόκληρου του 20ού αιώνα, ήταν ήδη χαραγμένα. Γιατί στη μοίρα των Εβραίων που βρίσκονταν στο Σεντ Λούις ήρθαν να διασταυρωθούν, σαν να ήθελαν να δέσουν τους κόμπους του σχοινιού για την αγχόνη, τα πολιτικά και προπαγανδιστικά συμφέροντα των ναζί [...], οι αυστηρές μεταναστευτικές πολιτικές τις οποίες απαιτούσαν οι διάφορες κυβερνητικές υπηρεσίες των Ηνωμένων Πολιτειών, συν [...] το μεγαλύτερο κακό που μάστιζε την Κούβα εκείνα τα χρόνια: η διαφθορά. 

Οι άνθρωποι αυτοί, που ταξιδεύουν για να σωθούν έχοντας δώσει τις περιουσίες τους για το ταξίδι και έχοντας αποθέσει σ' αυτό την τελευταία τους ελπίδα για διαφυγή από ό,τι επρόκειτο να συμβεί στην Ευρώπη, δεν βρίσκουν άσυλο σε κανένα λιμάνι και επιστρέφουν στη Γερμανία, όπου τους περιμένει η χειρότερη μοίρα.

Κάπως έτσι, όμως, φτάνει στην Αβάνα και ένας πίνακας του Ρέμπραντ: μια προσωπογραφία του Χριστού που έφερε μαζί της μια οικογένεια Εβραίων, προσπαθώντας μ' αυτόν να δωροδοκήσει τους υπαλλήλους της μεταναστευτικής υπηρεσίας. Τι δουλειά έχει όμως ένας Ρέμπραντ στα χέρια μιας μικροαστικής Εβραϊκής οικογένειας από την Κρακοβία; Και πώς ο πίνακας αυτός, που τα ίχνη του χάθηκαν πίσω στο 1939, βγαίνει το 2007 σε δημοπρασία στο Λονδίνο; Και πώς όλο αυτό συνδέεται με την εξαφάνιση μιας Κουβανής νεαρής emo το 2007 στην Αβάνα; Το πολλαπλό μυστήριο καλείται να λύσει ο χαρισματικός και ιδιαίτερος Μάριο Κόντε, σχεδόν μόνιμος ήρωας του Παδούρα, πρώην αστυνομικός, που ζει στην πρωτεύουσα του νησιού πουλώντας σπάνια βιβλία και παλιές εκδόσεις σε συλλέκτες. Ξετυλίγοντας το κουβάρι της ιστορίας, σ' αυτό το ιδιότυπο αστυνομικό μυθιστόρημα, ο Παδούρα μάς μεταφέρει στο Άμστερνταμ του 17ου αιώνα, όπου ένας νεαρός Εβραίος παίρνει την απόφαση να μαθητεύσει δίπλα στον Ρέμπραντ, πηγαίνοντας κόντρα στους νόμους της θρησκείας και της κοινότητάς του και διακινδυνεύοντας τη θέση του στην κοινωνία αλλά και την ίδια του τη ζωή.

Οι «Αιρετικοί» του Λεονάρδο Παδούρα, που κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις Καστανιώτη, θα διεκδικήσουν το χρόνο που δεν έχετε, και θα τον διεκδικήσουν επιθετικά, διότι είναι ένα βιβλίο που, παρ' όλο τον όγκο του, σε ακολουθεί ακόμα και στο κρεβάτι σου, όταν πας να κοιμηθείς. Είναι ένα βιβλίο που περιγράφει τους διωγμούς που υπέστησαν οι Εβραίοι, όχι μόνο τον 20ό αιώνα, αλλά και τον 17ο, όταν στην Πολωνία Κοζάκοι και Τάταροι κατέσφαξαν σαδιστικά δεκάδες χιλιάδες, επιχειρώντας παράλληλα να εξηγήσει γιατί οι Εβραίοι δεν αντιδρούσαν και μόνο έφευγαν αποδίδοντας τη μοίρα τους στη θεϊκή βούληση. Στους «Αιρετικούς» όμως περιγράφεται και η Κούβα του 20ού αιώνα, το πέρασμα από τη διεφθαρμένη δικτατορία στη φτωχή, μίζερη -και επίσης διεφθαρμένη- «επαναστατική» διακυβέρνηση.

Food for thought.



Κική Τσιλιγγερίδου