Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εκδόσεις Πατάκη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εκδόσεις Πατάκη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 10 Αυγούστου 2015

Κερτ Βόννεγκατ, «Αν αυτό δεν είναι ωραίο, τότε τι είναι;»


Ο Βόννεγκατ δεν υπήρξε μόνο ένας σπουδαίος παραμυθάς αλλά και ένας χαρισματικός ομιλητής  ίσως επειδή ήταν ένας τόσο γλυκύς άνθρωπος, στον αντίποδα, ας πούμε, του Χάρλαν Έλισον, για να τον συγκρίνω με έναν άλλο συγγραφέα Επιστημονικής Φαντασίας. Μπορεί οι εμπειρίες του από τον πόλεμο να τον σημάδεψαν ανεξίτηλα σαν καλλιτέχνη (πάντα, αναγκαστικά, αναφέρεται κανείς όταν μιλά γι' αυτόν στο κολαστήριο της πολύπαθης Δρέσδης και στο Σφαγείο Νούμερο Πέντε), αλλά με έναν παράδοξο τρόπο τού δίδαξαν επίσης να είναι πολύ πιο ανθρώπινος, πολύ πιο γλυκύς, πιο ευγενικός. Η Δρέσδη, και ο θείος του:
Ο θείος μου ο Άλεξ Βόννεγκατ, ασφαλιστικός αντιπρόσωπος […] με έμαθε κάτι πολύ σημαντικό. Είχε πει πως όταν τα πράγματα πηγαίνουν πραγματικά καλά πρέπει να φροντίζουμε να τα προσέχουμε και να το αναγνωρίζουμε. Μιλούσε για πολύ απλές περιστάσεις,  όχι για σπουδαίες νίκες. Ίσως το να πίνει κανείς μια λεμονάδα κάτω από τη σκιά ενός δέντρου, ή το να μυρίζει το άρωμα του φρεσκοψημένου ψωμιού που βγαίνει από έναν φούρνο, ή το να ψαρεύει, ή το να αφουγκράζεται τη μουσική που ακούγεται από μια αίθουσα συναυλιών ενώ ο ίδιος στέκεται στο σκοτάδι απέξω, ή, θα τολμούσα να πω, μετά από ένα φιλί. Μου είχε πει ότι σε τέτοιες στιγμές είναι σημαντικό να λέει κανείς φωναχτά: «Αν αυτό δεν είναι ωραίο, τότε τι είναι;»
Αυτή είναι μία από τις συμβουλές στους νέους που δίνει ο Κ.Β. στις ομιλίες του στις τελετές αποφοίτησης (υπήρξε περιζήτητος, και πραγματικά πόσο προνομιούχοι ήταν οι απόφοιτοι που είχαν την τιμή να τον ακούσουν ζωντανά), μεταξύ πολλών άλλων. Όλες τους είναι «απλές», διόλου (ή πάρα πολύ) δύσκολες, και όλες κατατείνουν στο να είναι (στο να είμαστε) «καλοί», να μισούν τη βία και το οφθαλμόν αντί οφθαλμού, και στο να αγαπούν: την ελευθερία, τους άλλους, τον εαυτό τους, τα καθημερινά πράγματα, τις γειτονιές, τις μικρές πράξεις που μπορεί να σημαίνουν τα πάντα για κάποιον. Και τα βιβλία:
Μην εγκαταλείψετε τα βιβλία. Σου δίνουν μια τόσο ωραία αίσθηση — το φιλικό τους βάρος, ειδικό και μη· ο τρυφερός δισταγμός των σελίδων τους όταν τις γυρίζεις με τα ευαίσθητα ακροδάχτυλά σου. μεγάλο μέρος του εγκεφάλου μας είναι αφιερωμένο στο να αποφασίζει αν αυτό που αγγίζουμε με τα χέρια μάς κάνει καλό ή κακό. Κάθε εγκέφαλος που αξίζει μια δεκάρα γνωρίζει ότι τα βιβλία μάς κάνουν καλό.

Ωραίο βιβλίο. Εννέα λόγοι απέναντι σε νεανικό κοινό, που διατηρούν και σήμερα τη φρεσκάδα τους και, εφόσον αντλήσει κανείς από αυτούς ό,τι μπορεί και πρέπει να αντλήσει, την αποτελεσματικότητά τους. Ιδανικό δώρο και για νέους φοιτητές, όχι μόνο για αποφοίτους  για δεκαοχτάρηδες.

Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πατάκη.

Κυριάκος Αθανασιάδης

Σάββατο 11 Ιουλίου 2015

Αύγουστος Κορτώ, «Έρως ανίκατε μάσαν»


Αν έπρεπε να επιλέξω ένα βιβλίο για την περίοδο που διανύουμε από χθες, οπότε και αποφεύχθηκε τελευταία στιγμή το Grexit, ένα βιβλίο παυσίλυπο και ευπρόσδεκτο σαν γλυκό κουταλιού σε δροσερό σαλόνι ενώ έξω σκάει ο τζίτζικας και βράζει ο τόπος, θα ήταν το Έρως ανίκατε μάσαν του αγαπημένου μου φίλου Αύγουστου Κορτώ, του υπέροχου Πέτρου.

Θα μπορούσα να πω πολλά, για το φόρο τιμής που αποτίνει στο ευθυμογράφημα, για το ότι επανεισάγει ένα είδος που φαινόταν σχεδόν νεκρό, για την ευκολία του στον αυτασαρκασμό και για την επινοητικότητά του, για τις εμμονές του που γίνονται και δικές μας διαβάζοντάς τες, για τον εαυτό μας που βλέπουμε μέσα σ’ αυτά τα κείμενα, σχεδόν σε κάθε σελίδα και σε κάθε στιγμιότυπο, για τη γλωσσική ζωντάνια των ιστοριών, για το θάρρος, τη λεβεντιά, την εξυπνάδα, τη μουσικότητα, τις γνώσεις, τις συσσωρευμένες και καλοχωνεμένες αναγνώσεις του Κορτώ, που δεν είναι Ψαθάς αλλά περισσότερο ένας Γούντι Άλεν, εδώ — θα πω όμως μόνο δύο πράγματα: (1) το βιβλίο είναι ξεκαρδιστικό, και ως εκ τούτου σπάνιο και ολωσδιόλου χρήσιμο· δεν υπάρχει περίπτωση να αφήσει κανέναν ανικανοποίητο, και δεν υπάρχει όμοιό του· (2) υπάρχουν δεκάδες στιγμές που θα τις ξεχωρίσετε εύκολα, αλλά πολύ δύσκολα θα επιλέξετε την«καλύτερη»· το επ’ εμοί, τη στιγμή που τρώει το γιαούρτι πάνω από τις γάμπες του (θα καταλάβετε και θα με θυμηθείτε) αισθάνθηκα σαν να τον έχω δίπλα μου και να μου περιγράφει το περιστατικό, και να πίνουμε δροσερό κόκκινο κρασί και να γελάμε με θόρυβο και να ’ναι κι άλλοι φίλοι εκεί, κι όλα να πηγαίνουν καλά, σαν να είμαστε σε ένα δροσερό σαλόνι ενώ έξω σκάει ο τζίτζικας και βράζει ο τόπος.


Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πατάκη. Να το χαρίσετε στον εαυτό σας.

Κυριάκος Αθανασιάδης

Παρασκευή 19 Ιουνίου 2015

Χαβιέρ Μαρίας, «Ερωτοτροπίες»


«Η αλήθεια είναι πάντα ένα χάος», λέει η Μαρία Ντολθ, η αφηγήτρια των Ερωτοτροπιών (Εκδόσεις Πατάκη), ενός βιβλίου που ψάχνει μανιασμένα την αλήθεια (για ένα έγκλημα, για έναν έρωτα, ή για περισσότερους), ενός ασθματικού μα παράλληλα ψύχραιμου (πώς γίνεται αυτό; γίνεται) μυθιστορήματος που τραβά τις κλωστές ενός ουλαμού πελώριων και αντιφατικών ψεμάτων —όλων των απίθανων ψεμάτων που την καλύπτουν—, που σκάβει ανάμεσα στο καλοϋφασμένο τους δίχτυ (το δίχτυ μιας αράχνης γεννημένης από ψέματα, δόλο, πόθο: πολύ πόθο), και, άξαφνα, λογοτεχνία: πολλή, πολλή λογοτεχνία, λογοτεχνία κρυμμένη και ξεχασμένη μα αδιαλείπτως παρούσα, «ενσαρκωμένη» με τρόπους ιδιότροπους και ριψοκίνδυνους.

Οι Ερωτοτροπίες είναι ένα μάθημα ακριβής πεζογραφίας, δομημένο αριστοτεχνικά, που σε παίρνει από το χέρι και σε οδηγεί σε έναν λαβύρινθο χτισμένο από μία και μόνη ευθεία (κάτι, φυσικά, μας θυμίζει αυτό) που όμως μοιάζει με κυκλοτερή σπείρα με ολοένα και μικρότερη κυκλική διαδρομή: κάθε φορά, σε κάθε επαφή των κεντρικών ηρώων, κάτι αλλάζει θέση ανεπαισθήτως —και στη συνέχεια έντονα και άγρια— και όλο το αρχιτεκτόνημα αναδομείται, για να επαναδομηθεί εκ νέου στην επόμενη επαφή και στο επόμενο Κεφάλαιο, και στο επόμενο, και στο επόμενο, ενώ έχει ήδη ερευνηθεί και ανασκαλευτεί στις σκέψεις της συμπαθούς επιμελήτριας εκδόσεων Μαρίας Ντολθ, αυτής της άβουλης ηρωίδας και πρωταγωνίστριας, που εντέλει συνιστά την αρχετυπική Αναγνώστρια λογοτεχνίας.

Το βιβλίο όμως είναι κι άλλα. Είναι ταυτόχρονα ένα αστυνομικό μυθιστόρημα —γιατί εδώ υπάρχει σαφώς, είπαμε, ένα έγκλημα, ένα φρικτό έγκλημα με πολύ αίμα, αλλά και μία μηχανορραφία, και φυσικά ένας, ή ίσως περισσότεροι, δολοφόνοι—, και ένα απολύτως μοντέρνο, απολύτως σύγχρονό μας αισθηματικό μυθιστόρημα, και ένα μυθιστόρημα ακραίου πάθους και υψηλού πυρετού, και ένα μυθιστόρημα ιδεών, και ένα μυθιστόρημα συζήτησης γύρω από την κλασική μυθιστοριογραφία: και ένα μάθημα δημιουργικής ανάγνωσης. Και είναι, επίσης, ένα μυθιστορηματικός τόπος έξοχων παρατηρήσεων: δεκάδων, εκατοντάδων παρατηρήσεων, σημαντικών και καίριων, που ο Χαβιέρ Μαρίας τις επισημαίνει με μια διόλου παρηγορητική για έναν ομότεχνό του άνεση. Και είναι, ακόμη, το βιβλίο που λέει κάτι εξόχως σημαντικό και αληθές, υπονομευτικό σε πρώτη ανάγνωση αλλά όχι στη δεύτερη:

Ό,τι συμβαίνει […] στα μυθιστορήματα δεν έχει σημασία και λησμονιέται μόλις τα τελειώσει κανείς. Το ενδιαφέρον είναι οι δυνατότητες και οι ιδέες που μας ενσταλάζουν και μας μεταβιβάζουν μέσα από τις φανταστικές τους υποθέσεις: [Αυτές] μάς μένουν με μεγαλύτερη σαφήνεια απ’ ό,τι τα πραγματικά συμβάντα, και τις λαμβάνουμε πιο πολύ υπόψη.

Για να τελειώσω, δύο ακόμη παρατηρήσεις μόνο: πρόκειται, επίσης, για ένα βιβλίο γραμμένο με υποδόριο χιούμορ σπάνιας λεπτότητας, από την πρώτη ώς την τελευταία του λέξη (αν το διαβάσει κανείς έτσι, θα απολαύσει ένα άλλο βιβλίο), βιτριολικού πνεύματος καλά κρυμμένου πίσω από όλα του τα επιχειρήματα και τους ατέλειωτους αφορισμούς του· τέλος, στις Ερωτοτροπίες (ο τίτλος μάς κλείνει το μάτι, καθώς κανείς δεν ερωτοτροπεί άμεσα εδώ) παρουσιάζεται και μία σατιρική εκδοχή τού ίδιου τού Μαρίας, υπό την περσόνα τού Γαράυ Φοντίνα, οιονεί υποψηφίου για το Νομπέλ Λογοτεχνίας και αυτού, έξοχη και, ας μου επιτραπεί, αλησμόνητη, αν και (υποτίθεται) δευτερεύουσα.

Σπουδαία, πραγματικά, η μετάφραση της Χριστίνας Θεοδωροπούλου! Το βιβλίο συστήνεται χωρίς την παραμικρή επιφύλαξη.



Κυριάκος Αθανασιάδης

Ρίτσαρντ Φορντ, «Καναδάς»



Οι γονείς μας ήταν οι τελευταίοι άνθρωποι που θα περίμενε κανείς να ληστέψουν μια τράπεζα. Ούτε αλλόκοτοι άνθρωποι ήταν ούτε εμφανώς εγκληματίες. Κανείς δε θα μπορούσε να φανταστεί ότι θα κατέληγαν έτσι όπως κατέληξαν. Ήταν δύο συνηθισμένοι άνθρωποι - αν και, από τη στιγμή που λήστεψαν την τράπεζα, αυτού του είδους η αντιμετώπιση δεν είχε, φυσικά, κανένα αντίκρισμα πια. 

Πριν ξεκινήσω να γράψω οτιδήποτε άλλο, να πω ότι ο «Καναδάς» του Ρίτσαρντ Φορντ, που κυκλοφορεί από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΤΑΚΗ - PATAKIS PUBLICATIONS, είναι ένα εξαιρετικό βιβλίο, ένα αριστούργημα, με την ποιότητα και το βάθος κλασικών βιβλίων. Ο Φορντ, άριστος γνώσης της ανθρώπινης ψυχολογίας (που είναι τόσο απρόβλεπτη), μας φέρνει στις βόρειες Πολιτείας των ΗΠΑ της εφηβείας του και μας παρουσιάζει μια ιστορία μέσα από τα μάτια ενός δεκαπεντάχρονου.

Μεταφερόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του 1960. (Ο Ρίτσαρντ Φορντ γεννήθηκε το 1944, κι έτσι ο πρωταγωνιστής του βιβλίου του, ο Ντελ, είναι 16 ετών το 1960: όσο ήταν δηλαδή τότε κι εκείνος). Ο Ντελ μεγαλώνει μαζί με την οικογένειά του, τη δίδυμη αδελφή του, τον πατέρα του, απόστρατο αξιωματικό της πολεμικής αεροπορίας, και τη μητέρα του, μια μορφωμένη δασκάλα εβραϊκής καταγωγής με καλλιτεχνική φύση, σε μια μικρή πόλη της Πολιτείας Μοντάνα. Αγαπά το σκάκι και ενδιαφέρεται πολύ για τη μελισσοκομία κι εκείνο το καλοκαίρι δεν βλέπει την ώρα να αρχίσει το σχολείο. Η ζωή του όμως, και η ζωή της οικογένειάς του, παίρνει περίεργη στροφή όταν οι γονείς του, χωρίς εμφανή λόγο και ανάγκη, ληστεύουν μια τράπεζα.

[Οι γονείς μας] δεν ήταν άνθρωποι που ληστεύουν τράπεζες. Από την άλλη, επειδή ελάχιστοι ληστεύουν τράπεζες, είναι απόλυτα λογικό όσοι το κάνουν να είναι φτιαγμένοι γι' αυτό, ανεξάρτητα από το τι πιστεύουν για τον εαυτό τους ή το πώς μεγάλωσαν. [...] Είναι, ωστόσο, παράξενο να πιστεύεις ότι οι γονείς σου ανήκαν εξαρχής στο είδος των ανθρώπων από τους οποίους προέρχονταν οι εγκληματίες - κάτι σαν θαύμα από την ανάποδη. 

Τη στιγμή που οι γονείς τους μπαίνουν στη φυλακή, η ζωή του Ντελ και της αδελφής του, της Μπέρνερ, εκτροχιάζεται. Η Μπέρνερ το σκάει από το σπίτι πριν έρθουν άνθρωποι των Κοινωνικών Υπηρεσιών, και ο Ντελ εμπιστεύεται την επιθυμία της μητέρας του και αφήνει να τον μεταφέρει μια φίλη της στον γειτονικό Καναδά, όπου θα ζήσει με τον όμορφο αντιεξουσιαστή, βίαιο και κυκλοθυμικό Αμερικανό Άρθουρ Ρέμλιγκερ, που έχει αυτοεξοριστεί στον ψυχρό Καναδά.

Ο Άρθουρ Ρέμλιγκερ με αντιμετώπιζε όπως αντιμετώπιζε τους πάντες: παρατηρώντας με από τα βάθη μιας ύπαρξης που ανήκε μόνο σε αυτόν και δεν είχε καμιά ομοιότητα με τη δική μου. Η δική μου ύπαρξη δεν αποτελούσε γι' αυτόν πραγματικότητα. Αντίθετα, η δική του ύπαρξη, σαφώς πιο άμεση και πολυτιμότερη, είχε ως κύριο χαρακτηριστικό ότι ενσωμάτωνε μια έλλειψη, για την οποία ο ίδιος είχε πλήρη επίγνωση και ήθελε πώς και πώς να την καλύψει. [...] Επιζητούσε την επιβεβαίωση ότι το είχε καταφέρει και δεν του άξιζε να τιμωρηθεί περισσότερο για τα σοβαρά σφάλματα που είχε διαπράξει

Η περιπέτεια για τον Ντελ δεν τελειώνει με την άφιξή του στον Καναδά και ο αναγνώστης τον ακολουθεί στο ταξίδι του προς την ενηλικίωση.

Ο Καναδάς είναι ένα συγκλονιστικό βιβλίο. Ο Φορντ, με έναν τρόπο αριστοτεχνικό, διηγείται τα γεγονότα αναλύοντας κυρίως τις συνέπειές τους, χωρίς να κρατά τις εξελίξεις κρυμμένες: ο αναγνώστης γνωρίζει από την πρώτη παράγραφο ακριβώς τι θα γίνει, αλλά αυτό δεν καθιστά το βιβλίο λιγότερο ενδιαφέρον. Αντίθετα, αφήνεται να παρακολουθήσει την αλληλουχία των γεγονότων χωρίς να βιάζεται να μάθει «τι θα γίνει παρακάτω/στο τέλος» και βυθίζεται στην ανάλυση των χαρακτήρων και των γεγονότων.

Καθόλου τυχαία το βιβλίο (που πρωτοκυκλοφόρησε το 2012) μεταφράστηκε σε 16 γλώσσες και απέσπασε πολλές και σημαντικές διακρίσεις.

Εξαιρετική η μετάφραση του Θωμά Σκάσση.



Κική Τσιλιγγερίδου