Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εκδόσεις Ωκεανίδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εκδόσεις Ωκεανίδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 29 Αυγούστου 2015

Άννα Ρόμερ, «Τα φτερά της μνήμης»


Χορταστικό, αγωνιώδες, πανέξυπνα δομημένο, το μυθιστόρημα της Άννας Ρόμερ μάς συστήνει μια Αυστραλία μυστηριακή, αρχέγονη και μοντέρνα, σκληρή και οικεία, έναν τόπο που δεν μπορεί παρά να γεννά μεγάλα πάθη και να κρύβει φοβερά μυστικά. Και είναι ταυτόχρονα ένα διπλό μυθιστόρημα ωρίμασης, έρωτα, αποκαλύψεων και ενηλικίωσης: η διπλή ιστορία της προσπάθειας δύο γυναικών να βρουν τον εαυτό τους, να επινοήσουν και να σχεδιάσουν τη ζωή τους και να ανεξαρτητοποιηθούν — υπέροχες και οι δύο παράλληλες ιστορίες, η μία λίγο πριν την αυγή του 20ού αιώνα και η άλλη στις μέρες μας. Οι δύο γυναίκες, η νεαρή Μπρένα που σχεδόν πουλιέται στον σύζυγό της σαν αντίτιμο για τη διαγραφή ενός χρέους, και η Ρούμπι, που τη βαραίνουν μία δυσβάσταχτη απώλεια και ένα αιματοβαμμένο κενό μνήμης, θα «συναντηθούν» στους ίδιους χώρους και θα πορευτούν δύο ζωές παράλληλες, ασύμπτωτες αλλά και, με έναν περίεργο τρόπο, κοινές.

Η Ρόμερ απλώνει τις παράλληλες ιστορίες της αβίαστα, εναλλάσσοντας τα κεφάλαια και δίνοντας φωνή πότε στη μία και πότε στην άλλη ηρωίδα, πλέκοντας εναλλάξ τα δύο νήματα και συντηρώντας, έτσι, το διττό ενδιαφέρον του αναγνώστη, που ξέρει πως, όσο κυλούν οι σελίδες —και κυλούν απολαυστικά και γρήγορα—, οι δύο ζωές θα γίνουν εντέλει μία. Κι αυτό θα είναι λυτρωτικό.

Η Αυστραλία είναι πανταχού παρούσα εδώ, τόσο σαν τοπίο όσο και σαν ιστορία και πολιτισμός, με τους Αβορίγινες και τις μικρές κοινότητές τους να ξεπροβάλλουν έξω από τις πόλεις των λευκών αποίκων, με τη βαρβαρότητα των επιθέσεων που δέχονται οι γηγενείς κάτοικοι, αλλά και με το πάντρεμα των δύο πολιτισμών που ήταν, φυσικά, αναπόφευκτο και είναι εντέλει υπέροχο. Όμως είναι πανταχού παρούσα και σαν πανίδα και, κυρίως, χλωρίδα: τα Φτερά της μνήμης είναι γεμάτα δέντρα και φυτά και κλαριά και άνθη και χρώματα και μυρωδιές (η Ρόμερ είναι «ενθουσιώδης κηπουρός», όπως σημειώνεται στο βιογραφικό της), που σκεπάζουν τις σελίδες, ρίχνουν σκιές στα πρόσωπα, ή τα ξεσκεπάζουν, περικλείουν τις άνυδρες εκτάσεις ή γεμίζουν πληθωρικά τους κήπους, τα δάση και τις θαλασσοδαρμένες ακτές. Δεν μέτρησα τα πάμπολλα ονόματα των φυτών που διακοσμούν, όχι χωρίς λόγο, το περιβάλλον, αλλά είναι πολλές δεκάδες.

Αλλά και η ζωγραφική είναι πανταχού παρούσα: τα λάδια, οι τέμπερες, οι μουσαμάδες, τα χειροποίητα χαρτιά και οι καμβάδες απλώνονται και καλύπτουν όλο το υπέροχο αυτό μυθιστόρημα, με χρώματα, πέταλα λουλουδιών, ρίζες — και με αντικείμενα μνήμης. Οι γυναίκες πρωταγωνίστριες του βιβλίου ζωγραφίζουν και πλάθουν με τα έργα τους έναν κόσμο που πατά πάνω από τον πραγματικό σε ένα στρώμα δροσερού ανέμου, ιστορημένου με μαεστρία και αγάπη. Και με πολύ πόνο.

Η Ρούμπι, ανεξάρτητη βιβλιοπώλισσα, που έχει χάσει την αδελφή της σε ένα τρομακτικό δυστύχημα από το οποίο δεν θυμάται την παραμικρή λεπτομέρεια, αποκομμένη από την καλλιτέχνιδα μητέρα της και με ένα τρομερό βάρος να πιέζει το στήθος της, όλο πίκρα και ενοχές, συζεί με έναν τέλειο άντρα που, ίσως, κρύβει ένα πολύ σκοτεινό μυστικό. Η αφήγηση της Μπρένα, αλλά κυρίως οι δικές της προσπάθειες, θα τη βοηθήσουν να θυμηθεί και να πάρει τη ζωή της στα χέρια της. Αλλά με έναν τρόπο τραυματικό, δύσκολο και όχι χωρίς νέες πληγές.

Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ωκεανίδα, σε (άλλη μία) σπουδαία μετάφραση της σιδηράς, χαλκέντερης κυρίας των Ελλήνων μεταφραστών, της Έφης Καλλιφατίδη.

Κυριακή 16 Αυγούστου 2015

Ορχάν Παμούκ, «Το σπίτι της σιωπής»


Το Σπίτι της σιωπής είναι ένα σπουδαίο βιβλίο, για να ξεκαθαρίσουμε ευθύς εξαρχής τα πράγματα, και ο Παμούκ μείζων συγγραφέας, από την ελίτ των ελαχίστων εν ζωή Ευρωπαίων πραγματικά μεγάλων λογοτεχνών. Διαβάζεται με απόλαυση, με θαυμασμό, με φόβο (κάτι θα γίνει: όλο αυτό δεν μπορεί παρά να ξεσπάσει κάπου), με αγωνία, με πόνο, με συγκίνηση. Και είναι μόλις το δεύτερό του (κυκλοφόρησε το 1982), ανάμεσα στο Ο Τζεβντέτ μπέη και οι γιοι του (1979) και στο Λευκό κάστρο (1985).

Πρωταγωνιστούν το χωριό, ένας μεταιχμιακός χώρος, τρία τέταρτα της ώρας έξω από την Ιστανμπούλ, το περιζωμένο από κισσό σπίτι, σιωπηλό αλλά γεμάτο φωνές και φαντάσματα, η ενενηνταπεντάχρονη κυρία του σπιτιού, η ψυχή της ίδιας τής Τουρκίας, που ζει μια ζωή κλεισμένη εκεί, αρνούμενη να το εγκαταλείψει, ο νάνος υπηρέτης της που τη φροντίζει και που εκείνη τον μισεί και τον τρέμει, τα εγγόνια της που την επισκέπτονται σχεδόν τελετουργικά για μία εβδομάδα κάθε χρονιά, το καλοκαίρι, για μπάνια, ο νεκρός σύζυγός της και η εγκυκλοπαίδειά του, γραμμένη εξ ολοκλήρου από τον ίδιο και απλωμένη σε 48 τόμους, ένα διαφωτιστικό έργο που θα αλλάξει τη μοίρα της Τουρκίας και θα απαλλάξει την Ανατολή από τις προλήψεις και την αμάθεια —μια εγκυκλοπαίδεια που δεν θα τελειώσει, φυσικά, ποτέ—, οι εθνικιστές και οι κομουνιστές, οι φτωχοί και οι πλούσιοι, οι αρπαγμένοι από την παράδοση και οι φυγάδες, τα σιωπηλά καφενεία και τα θορυβώδη αυτοκίνητα, τα σπαράγματα της ιστορίας που ξεπετάγονται μέσα από παμπάλαια δικόγραφα, μια ζωή που επαναλαμβάνεται και που πολλαπλασιάζεται ολόιδια, και μια νέα ζωή που θέλει να αποκολληθεί και να πετάξει, οι σκέψεις των πρωταγωνιστών που μπερδεύονται αναμεταξύ τους φτιάχνοντας ένα πελώριο μελαγχολικό παλίμψηστο λόγου και ανάγκης, προσπαθώντας να περιγράψουν κάτι που δεν μπορεί να περιγραφεί — γιατί, όπως λέει ο νάνος Ρετζέπ, «Όλα είναι πέρα από τις λέξεις, από τα λόγια μας».

Από κεφάλαιο σε κεφάλαιο, ο Παμούκ δίνει το λόγο κάθε φορά και σε άλλον ήρωά του, κι αυτή η χορωδία των φωνών, διαφορετική αλλά και ίδια, είναι εντυπωσιακή, μουσική και υποβλητική, ξεπερνώντας με άνεση την ηθογραφία και προσφέροντάς μας ένα μοντέρνο μυθιστόρημα, τουρκικό και ευρωπαϊκό μαζί.

Η μετάφραση του Παναγιώτη Αμπατζή, σε επιμέλεια Στέλλας Βρετού, είναι φρέσκια, ζωντανή, ταιριαστή πολύ στην ατμόσφαιρα του Σπιτιού της σιωπήςΑξίζει και με το παραπάνω να διαβαστεί, και όχι μόνο επ’ ευκαιρία της έκδοσης του πρώτου βιβλίου του νομπελίστα Τούρκου μετά από έξι ολόκληρα χρόνια: το μυθιστόρημα Μια παραξενιά του νού μου έρχεται το χειμώνα, πάντα από τις Εκδόσεις Ωκεανίδα.


Κυριάκος Αθανασιάδης

Τρίτη 28 Ιουλίου 2015

Μάρτα Ριβέρα ντε λα Κρουθ, «H Σημασία των πραγμάτων»


Κατά τον κλασικό χαρακτηρισμό «βιβλία για το καλοκαίρι», που σαφώς και υπάρχουν, σαφώς και γράφονται, εκδίδονται και διαβάζονται αφειδώς, και που βέβαια σπανίως έχουν «καλοκαιρινά» θέματα —ίσα-ίσα, είναι κυρίως αστυνομικά, περιπετειώδη, ερωτικά, φανταστικά, ή ιστορικές σάγκες—, θα χαρακτήριζα τη Σημασία των πραγμάτων της Μάρτα Ριβέρα ντε λα Κρουθ «μυθιστόρημα της Κρίσης», όχι γιατί μιλά γι’ αυτήν, κάθε άλλο, αλλά γιατί είναι ένα ισχυρό αντίδοτο απέναντί της. Όσο το διαβάζεις, δεν υπάρχει περίπτωση να απασχολήσουν το μυαλό σου έγνοιες και περισπασμοί της βάναυσης καθημερινότητας — και όχι επειδή μαζί του θα «ξεχαστείς», αλλά γιατί θα απολαύσεις τους χαρακτήρες του, το διπλό σκηνικό όπου κυρίως διαδραματίζεται, και μια ωραία, έξω από τα οικεία, ανεπαίσθητα ανεπτυγμένη και πανέμορφη ερωτική ιστορία «ωραίας και τέρατος», που καταλαμβάνει διακριτική θέση στις σελίδες του. Είναι ένα μυθιστόρημα που σε συνεπαίρνει και σε κατακτά. Πλούσιο, ευφάνταστο, γενναιόδωρο, καλογραμμένο και πρωτότυπο.

Ο κεντρικός ήρωάς του, ο Μάριο Μένκελ, ένας σύγχρονος, μοντέρνος βολταιρικός Καντίντ, συγγραφέας τού ενός βιβλίου και καθηγητής λογοτεχνίας σε ιδιωτικό πανεπιστήμιο της Μαδρίτης, είναι ένας ήσυχος, πράος, δειλός, αγαθός ανθρωπάκος κοντά στα πενήντα, που θέλει να περνά ξυστά από τη ροή της ζωής, να μην ενοχλεί και να μην ενοχλείται, σχεδόν σίγουρος πως ευθύνεται ο ίδιος για πολλά από τα κακά του κόσμου, αυτάρκης μέσα σε ένα στενό και καλά τακτοποιημένο περιβάλλον, πλημμυρισμένο ρουτίνα και επαναλαμβανόμενες, στερεοτυπικές κινήσεις: κάτι που γι’ αυτόν συνιστά θαλπωρή και του παρέχει ασφάλεια. Είναι το άκρον άωτον της διακριτικότητας, ένας άνθρωπος στάσιμος και τρομαγμένος, που θέλει να ζει στην αφάνεια με κάθε τρόπο. Ξαφνικά όμως, από τη μια στιγμή στην άλλη, μετά την αυτοκτονία του νοικάρη του, με τον οποίο δεν έχει έρθει ποτέ σε προσωπική επαφή, θα βρεθεί στο κέντρο ενός μικρού κόσμου γεμάτου πράγματα, μικρά, αλλότρια, άχρηστα, παλιά, όμως γοητευτικά και μυστηριώδη, συλλογές μικροαντικειμένων που πλημμυρίζουν το σπίτι του αυτόχειρα και φωνάζουν στον Μάριο να τα προσεγγίσει, να τα μελετήσει, να τα ταξινομήσει και να εξαγάγει ίσως από αυτά μια, ακόμη, ιστορία. Θα αντισταθεί βέβαια, είναι το τελευταίο που θέλει να κάνει ένας χαρακτήρας με τη δική του ψυχοσύνθεση, αλλά με τη βοήθεια μιας γυναίκας που ο ίδιος ονειρεύεται μυστικά επί πολλά χρόνια, της Μπεατρίθ Μιγιάρες, μιας δυναμικής συναδέλφου του που, σε αντίθεση με αυτόν, πατά γερά στα πόδια της, και που ο δειλός καθηγητής λογοτεχνίας θαυμάζει ενστικτωδώς, θα επιχειρήσει να βρει την έξοδο αυτού του λαβυρίνθου, στο μέσον του οποίου χτυπά μια γνωστή, πολύ γνωστή του καρδιά, και ένα πεπρωμένο.

Το βιβλίο, που θα αποζημιώσει όλους τους αναγνώστες του, θα ήταν καλό να διαβάσουν, μεταξύ των άλλων, και επίδοξοι συγγραφείς: είναι ένα καταπληκτικό εργαστήρι δημιουργικής γραφής (η ντε λα Κρουθ, άλλωστε, διδάσκει σε σχολή λογοτεχνικής δημιουργίας, εξ ου και δένει τόσο όμορφα και αβίαστα όλα τα υλικά της, μέχρι το αποκαλυπτικό φινάλε). Και μόνο από τέτοια, ήσσονα μυθιστορήματα, ήσσονα με την έννοια του μη-αριστουργήματος, του μη-μεγαλεπήβολου έργου, δηλαδή ενός «κανονικού» βιβλίου (μυθιστορήματα που λείπουν εμφαντικά από τα ελληνικά Γράμματα), μπορεί να διδαχτεί κανείς πώς γράφουμε (όπως και από ήσσονες ζωγράφους μπορεί να διδαχτεί κανείς να ζωγραφίζει: κανείς δεν μαθαίνει από τον Πικάσο και τον Μπρακ).


Εξαιρετική και ευφυής η μετάφραση της Ιφιγένειας Καλοδίκη, όμορφη έκδοση από την Ωκεανίδα, ένα μυθιστόρημα αισιόδοξο, «έξω καρδιά», που συστήνεται ανεπιφύλακτα.

Κυριάκος Αθανασιάδης