Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κική Τσιλιγγερίδου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κική Τσιλιγγερίδου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2015

Καρλ Ούβε Κνάουσγκορντ, «Ένας θάνατος στην οικογένεια»


Μου είναι αδύνατο σήμερα να σκεφτώ ή να εκφραστώ όπως τότε που ήμουν οκτώ ή δεκαέξι ετών. Ακόμη κι αν καμιά φορά περνούν από το μυαλό μου σκέψεις και συνειρμοί που θυμάμαι ότι είχα κάνει τότε, ακούσια τις περνώ από το φίλτρο του ενήλικου που τις εξευγενίζει και ενηλικιώνει κι αυτές, τις σκέψεις. Άσε δε που ορισμένες από αυτές τις σκέψεις είναι εξωφρενικές, προκλητικές και ασεβείς, ντρέπομαι να τις ομολογήσω ακόμη και στον εαυτό μου. Το ίδιο βέβαια ισχύει και για όσα λέω και σκέφτομαι στην ενήλικη ζωή μου. Η ωμότητα της σκέψης πάντα περνά από το φίλτρο της εκλογίκευσης και του εξευγενισμού, όπως οι σκέψεις όλων, υποθέτω.

Αυτός είναι ίσως ο βασικός λόγος που με συνεπήρε το πρώτο βιβλίο της σειράς με τον γενικό προκλητικό τίτλο «Ο Αγώνας μου», Ένας θάνατος στην οικογένεια, του Νορβηγού Κάρλ Ούβε Κνάουσγκορντ. Η σκέψη του συγγραφέα περιγράφεται ρεαλιστική, ατόφια, ωμή, σχεδόν ανεπεξέργαστη, ακόμη και όταν αναφέρεται στην ηλικία των οκτώ, δεκάξι και είκοσι ετών.

Η αυτοβιογραφία του Κνάουσγκορντ είναι συγκλονιστική, όχι επειδή συμβαίνει κάτι ιδιαίτερο και εξαιρετικό στη ζωή του, αλλά επειδή όλοι, άντρες και γυναίκες, μπορούν να ταυτιστούν με τις σκέψεις, τις διαπιστώσεις, τα συμπεράσματά του. Επειδή λέει την αλήθεια και ταυτόχρονα περιγράφει τις συγκρούσεις, τις συντριβές, τις πληγές του, όπως τις ανακάλυψε ο ίδιος κι όπως τις ανακαλύπτουμε όλοι: βιώνοντάς τες. Περιγράφει τον θάνατο του αλκοολικού πατέρα του, που, μολονότι τον είχε ευχηθεί πολλές φορές, όταν συμβαίνει, τον συνθλίβει. «Και για μένα, τι ήταν ο μπαμπάς για μένα; Κάποιος που ευχόμουν να πέθαινε. Προς τι λοιπόν όλα αυτά τα δάκρυα;»

Ο Κνάουσγκορντ, 46 ετών σήμερα, περιγράφει τη ζωή του στη Νορβηγία και μετά στη Σουηδία, όπου ζει τώρα. Τα χρόνια στο σχολείο, τη σχέση με τον αυστηρό πατέρα του και την απούσα μητέρα του. Με τον αδελφό του που λάτρευε (και σήμερα έχουν μαζί έναν μικρό εκδοτικό οίκο), με την πρώτη σύζυγό του, που την αγαπούσε αλλά την άφησε και πήγε στη Σουηδία, όπου και γνώρισε τη δεύτερη σύζυγό του, ποιήτρια, με την οποία σήμερα έχει τέσσερα παιδιά. Τα τέσσερα παιδιά και η ρουτίνα της καθημερινότητας φοβάται ότι του αφαιρούν πολύτιμο χρόνο, χρόνο που θέλει να διαθέσει για να γράψει. Περιγράφει την αγάπη του για τη ροκ μουσική, μιλά για το μουσικό συγκρότημα που είχε στην εφηβεία του, παραδέχεται ότι είναι ατάλαντος μουσικός (μολονότι πρόσφατα έδωσε στο Μανχάταν μια μικρή συναυλία). Είναι τολμηρό να περιγράφεις και να δημοσιεύεις αυτά που σκέφτεσαι για ανθρώπους που θα τα διαβάσουν. Καθόλου τυχαία έχει χαρακτηριστεί ως the coolest kid on the literary block. Ο εκδότης του έστειλε τον τελευταίο τόμο του «Αγώνα» σε κριτικούς στις ΗΠΑ μαζί με μια κούπα και ένα t-shirt με το λογότυπο All OVe It (κάνοντας λογοπαίγνιο με το Ove, φυσικά).

Η αυτοβιογραφία του Κνάουσγκορντ εκτυλίσσεται σε μυθιστορηματική μορφή και είναι υπέροχη, είναι από τα καλύτερα βιβλία που έχω διαβάσει τα τελευταία χρόνια. Κρατιέμαι να μη διαβάσω τον δεύτερο τόμο στα αγγλικά, αλλά όχι: θα περιμένω την ελληνική έκδοση από τις Εκδόσεις Καστανιώτη, στην πολύ-πολύ καλή μετάφραση (απευθείας από τα νορβηγικά) του Σωτήρη Σουλιώτη.

Διαβάστε το πρώτο βιβλίο που κυκλοφορεί. Για όσους είστε πάνω από 30 είναι σχεδόν υποχρεωτικό.

«Αχ, η ζωή είναι αώνας», είπε η γριά, δεν μπορούσε να πει το γ.*

* Έκφραση που έλεγε πολύ συχνά η γιαγιά του Κνάουσγκορντ και από την οποία προκύπτει ίσως ο τίτλος του έργου.


Κική Τσιλιγγερίδου

Δευτέρα 17 Αυγούστου 2015

Hans Olav Lahlum, «Οι ανθρώπινες μύγες»


Να, λοιπόν, ένα ωραίο αστυνομικό: Οι Ανθρώπινες Μύγες, του Νορβηγού Hans Olav Hahlum.

Στο Όσλο του 1968, ένας νεαρός αστυνομικός ντετέκτιβ, ο Κόλμπιορν Κρίστιανσεν, αναλαμβάνει την υπόθεση δολοφονίας ενός θρυλικού ήρωα της Αντίστασης στη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής. Από την πρώτη στιγμή γίνεται φανερό ότι μόνο κάποιος που ζούσε στο ίδιο κτίριο με τον δολοφονημένο θα μπορούσε να τον σκοτώσει. Από ποιο από τα πέντε υπόλοιπα διαμερίσματα του κτιρίου βγήκε ο δολοφόνος και γιατί το έκανε; Είναι πολιτικοί οι λόγοι με αναφορές στο παρελθόν ή προσωπικοί;

Ένα αστυνομικό μυθιστόρημα που θυμίζει πολύ Άγκαθα Κρίστι με στοιχεία Σέρλοκ Χολμς. Ο ντετέκτιβ Κρίστιανσεν, μαζί με την υπερπολύτιμη βοηθό του Πατρίσια, μια ευφυή νεαρή που ζει καθηλωμένη σε αναπηρική καρέκλα, θα προσπαθήσει να λύσει το μυστήριο, αλλά δεν θα προλάβει να εμποδίσει έναν δεύτερο φόνο, που θα λάβει χώρα στο ίδιο κτίριο. Όταν προκύπτει ότι όλοι οι ένοικοι είχαν ισχυρούς λόγους να θέλουν το κακό του αντάρτη-θρύλου, η λύση του μυστηρίου γίνεται ακόμη δυσκολότερη.

Επιπλέον, στις Ανθρώπινες μύγες περιγράφεται η περίοδος της γερμανικής Κατοχής στη Νορβηγία και το πώς οι καταδιωκόμενοι Εβραίοι, που κρύβονταν σε υπόγεια σπιτιών, προσπαθούσαν με τη βοήθεια ανταρτών να περάσουν τα σύνορα και να καταφύγουν στην ελεύθερη Σουηδία. Γίνεται πολύς λόγος, ακόμη, για το πόσο μεγάλο έρεισμα έβρισκε το Ράιχ στις σκανδιναβικές χώρες, όπου οργανώνονταν ναζιστικά κόμματα με αθρόα προσέλευση πολιτών, τα μέλη των οποίων στη Νορβηγία μετά το τέλος του πολέμου βρίσκονταν σε σκληρή κοινωνική απομόνωση. Θέματα που δύσκολα καταπιάνεται κανείς μαζί τους.

Πρόκειται για το πρώτο από μια σειρά βιβλίων με ήρωες τον Κρίστιανσεν και την Πατρίσια. Καθόλου τυχαία το βιβλίο ήταν υποψήφιο σκανδιναβικό μυθιστόρημα της χρονιάς στα βραβεία Petrona 2015. Καθόλου τυχαίος δεν είναι και ο συγγραφέας, ο Χανς Ούλαβ Λάλουμ: δεινός σκακιστής, πολιτευόμενος με το Σοσιαλιστικό Αριστερό Κόμμα της Νορβηγίας, είναι γνωστός όχι μόνο για το επιστημονικό του έργο, αλλά και για την εκκεντρικότητά του: Το 2013 έδωσε τη μεγαλύτερη σε διάρκεια συνέντευξη Τύπου, διάρκειας 30 ωρών, και μπήκε έτσι στο Βιβλίο Γκίνες.

Το πολύ καλό αυτό αστυνομικό κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Φανταστικός Κόσμος σε εξαιρετική μετάφραση από τα αγγλικά του ChrisLitharis.

ΥΓ. Θα σκεφτεί ίσως κανείς, «Mα τι τίτλος!» Η απάντηση για το The Human Flies δίνεται σε αυτό το απόσπασμα:


Δεν πιστεύω πως ψάχνουμε κάποιον που λειτουργεί φυσιολογικά. Πιστεύω πως ψάχνουμε μια ανθρώπινη μύγα. [...] Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που σε κάποιο στάδιο της ζωής τους βίωσαν κάτι τόσο οδυνηρό και τραυματικό, ώστε δεν το ξεπέρασαν ποτέ. Γίνονται ανθρώπινες μύγες και περνούν σχεδόν όλη την υπόλοιπη ζωή τους κάνοντας κύκλους γύρω από αυτό που συνέβη. Σαν μύγες γύρω από σκουπιδοτενεκέ, για να χρησιμοποιήσω μια απλή αναλογία.

Κική Τσιλιγγερίδου 

Παρασκευή 14 Αυγούστου 2015

Michel Bussi, «Το κορίτσι της πτήσης 5403»


Ένα αεροπλάνο που εκτελεί την πτήση Ιστανμπούλ-Παρίσι συντρίβεται στις Άλπεις, παραμονές Χριστουγέννων του 1980. Όλοι οι επιβαίνοντες σκοτώνονται ακαριαία. Όλοι, εκτός από ένα βρέφος. Ένα κορίτσι περίπου τριών μηνών έχει επιβιώσει σαν από θαύμα, χωρίς αμυχή. Ποιας από τις δύο οικογένειες που τη διεκδικούν είναι μέλος η μικρή; Πώς είναι δυνατόν να μην υπάρχει τρόπος να διαπιστωθεί η πραγματική της ταυτότητα; Γιατί τελικά η κηδεμονία της δίνεται από το δικαστήριο στη μια οικογένεια και όχι στην άλλη, και πόσο ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα αυτή η επιλογή;

Δεκαοκτώ χρόνια αργότερα, παραμονή των γενεθλίων της, το Κορίτσι της Πτήσης 5403, η Εμιλί ή Λιλ-Ροζ, το κορίτσι που όλοι αποκαλούν Λιβελούλα, αναζητεί την ταυτότητά της. Ο ντετέκτιβ που είχε αναλάβει την υπόθεση δολοφονείται λίγα λεπτά πριν από τα 18α γενέθλια της Λιλ-Ροζ, πρόλαβε ωστόσο να στείλει τις σημειώσεις από την έρευνά του των 18 ετών στην ίδια τη Λιβελούλα. Τι πραγματικά συνέβη εκείνη την παγωμένη νύχτα στις Άλπεις και ποιος είναι ο ρόλος των οικογενειών που τη διεκδικούν;

Οι αποκαλύψεις είναι καταιγιστικές και το τέλος λυτρωτικό.

Το Κορίτσι της πτήσης 5403 διαδραματίζεται μέσα σε 48 ώρες στο Παρίσι και στις Άλπεις, είναι μια ιστορία με πολλούς κακούς, με φόνους που γίνονται τώρα και που έγιναν στο παρελθόν και που (σήμερα, επιτέλους) αποκαλύπτονται. Είναι ένα βιβλίο χορταστικό (528 σελίδες), με καταιγιστική δράση και ανατροπές: ό,τι πρέπει για τις διακοπές. Δεν είναι διόλου τυχαίο το ότι έχει διαβαστεί από 700.000 αναγνώστες στη Γαλλία και μεταφράστηκε σε 24 γλώσσες.

Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Κέδρος - Kedros Publishers.



Κική Τσιλιγγερίδου

Παρασκευή 7 Αυγούστου 2015

Άλι Σμιθ, «Πώς να είσαι δύο»


Το Πώς να είσαι δύο της Άλι Σμιθ που κυκλοφόρησε προ ενός μηνός από τις Εκδόσεις Καστανιώτη είναι το πιο απολαυστικό μυθιστόρημα που εκδόθηκε φέτος, κι αυτό που χαίρεται περισσότερο από τα υπόλοιπα γι’ αυτό που είναι — κι αυτό, επίσης, που παίρνει τη λογοτεχνία από το χέρι και την πηγαίνει ένα βήμα πιο εκεί: δεξιά, αριστερά, εμπρός· δεν έχει σημασία, την πάει πιο εκεί. Πρέπει κανείς να παρακολουθεί όλα τα βήματα της Άλι Σμιθ, αυτής της τόσο ιδιότυπης συγγραφέως. Και είναι, βέβαια, ένα διπλό βιβλίο, δύο ιστορίες που η μία παρακολουθεί την άλλη και που αλληλοσυμπληρώνονται με έναν τρόπο απολύτως συγκινητικό και πέρα για πέρα ανθρώπινο (σχεδόν, θα έλεγε κανείς, θωπεύει η μία την άλλη): η ιστορία του Φραντσέσκο Ντελ Κόσσα (γέν. γύρω στα 1435/6, θάν. γύρω στα 1477/8), αυτού του Ιταλού καλλιτέχνη που τόσο λίγα γνωρίζουμε για τη ζωή του, και που τόσο λίγα αλλά σπουδαία έργα του έχουν επιζήσει και ταυτοποιηθεί, και της Τζορτζ, ενός κοριτσιού δεκάξι χρονών που ζει, σήμερα, στο Κέμπριτζ, με τον πατέρα του, τον αδελφό του και τη μητέρα της, που όμως έχει πεθάνει — και η Τζορτζ, βέβαια, δεν το αντέχει αυτό, και προσπαθεί απεγνωσμένα να της μιλά, να την έχει δίπλα της, να ακολουθεί τα βήματά της, να τη μαθαίνει και να τη βλέπει — η μητέρα της ζει, ακόμη, στο πλευρό της Τζορτζ, κι αυτό δεν είναι μόνο αναμνήσεις και καταγραφές, είναι κάτι πολύ παραπάνω.

Το πρώτο μισό μυθιστόρημα (στο δικό μου αντίτυπο: τα μισά είναι, κατόπιν απαιτήσεως της Σμιθ, τραβηγμένα με την ιστορία του Φραντσέσκο πρώτη, και τα άλλα μισά αντίτυπα με την ιστορία της Τζορτζ μπροστά) είναι το μυθιστόρημα του ματιού: τα μάτια είναι που πρωταγωνιστούν εδώ, θέλοντας να αποτυπώσουν τα πάντα, να μιμηθούν τα πάντα και να τα αποδώσουν μετά, ως έχουν. Δηλαδή: να εγγράψουν και να ορίσουν την ταυτότητά τους. Τα μάτια του Φραντσέσκο είναι αχόρταγα, ρουφούν το περιβάλλον του και διεισδύουν στους πίνακές του: τα ζωγραφίζει στους τοίχους και, μέσω αυτών, βλέπει και, με κάποιον τρόπο, εξακολουθούν να βλέπουν, για πάντα: για παράδειγμα την Τζορτζ, σήμερα, που τον μελετά και ερευνά τη ζωή του. Το δεύτερο μισό μυθιστόρημα είναι το μυθιστόρημα της κάμερας: η κάμερα του iPad, των κινητών, αλλά και όλες οι άλλες, καταγράφουν και απαθανατίζουν εικόνες και διαδρομές: από ό,τι έχει χαθεί, από ό,τι έχει βουλιάξει στο παρελθόν ή απλώς έχει πεθάνει — οπότε, και πάλι κατά κάποιον τρόπο: εικόνες από ό,τι δεν έχει πεθάνει αμετάκλητα. Και είναι επίσης ένα μυθιστόρημα κίνησης (οι κάμερες το επιτρέπουν αυτό), ταξιδιού και μαθητείας. Αλλά και το πρώτο μισό είναι ένα μυθιστόρημα μαθητείας: έχουμε δύο μισά ενός λογοτεχνικού γεγονότος εδώ, που συνομιλεί με τον εαυτό του προσπαθώντας να αποφύγει την αυτοσυντριβή του  να οριστεί και να ζήσει.

Και τα δύο μισά είναι, έτσι, μυθιστορήματα επανεύρεσης ή και δημιουργίας ενός εγώ, ενός προσώπου που θέλει να προσδιοριστεί μέσα στον κόσμο. Ακόμη, είναι μυθιστορήματα δημιουργίας του φύλου: ο Φραντσέσκο γίνεται Φραντσέσκα που ήταν Φραντσέσκο, το κορίτσι γίνεται αγόρι για να διδαχτεί την τέχνη της ζωγραφικής, κρύβεται σε αγορίστικα ρούχα, και κατόπιν σε αντρικά, είναι ένας καλά κρυμμένος εαυτός που χαίρεται να παραπετάει, σχεδόν, αυτοπροσωπογραφίες του μέσα σε μεγάλες θρησκευτικές ή κοσμικές συνθέσεις: ναι, γιατί να μην ήταν κορίτσι ο Φραντσέσκο Ντελ Κόσσα, λέει η Άλι Σμιθ; Ξέρουμε τόσο λίγα γι’ αυτόν/αυτήν. Αλλά και η Τζορτζ: ένα κορίτσι με αγορίστικο όνομα, που δεν μπορεί να αντέξει το εξοντωτικό παρόν του και τρέχει γύρω-γύρω από το πρόσωπό της για να ανακαλύψει έναν άλλο εαυτό και ένα άλλο παρόν, για να αποδράσει από τον εσωτερικό του λαβύρινθο και από τον τρομερό Μινώταυρο που ενοικεί εκεί χρησιμοποιώντας το κουβάρι της τέχνης, και της μνήμης (και της γνώσης), ή για να ερωτευτεί ένα άλλο κορίτσι, ένα κορίτσι σχεδόν χωρίς όνομα (ή ίσως όλα τα κορίτσια), και για να μπορέσει να δει καταφατικά το φύλο του, τις απορίες του και τα δάκρυά του.

Και τα δύο μισά μιλούν με τρομερή, υπέροχη λεπτομέρεια για τη ζωγραφική σαν κάτι φτιαγμένο από τα μάτια και τα χέρια, όχι από κάτι υπερκόσμιο, περιγράφουν με συγκλονιστικό τρόπο πίνακες (είναι αδύνατον να αντισταθεί κανείς και να μην γκουγκλάρει τους πίνακες για να τους βλέπει διαβάζοντας το βιβλίο), αναλύουν εικαστικές συνθέσεις, αναμιγνύουν υλικά για να φτιάξουν χρώματα, απλώνουν γύψο πάνω στους γερούς τοίχους για να ιστορήσουν το φρέσκο, τραβούν φωτογραφίες και τις τυπώνουν, γεμίζουν μ’ αυτές άλλους γερούς τοίχους — και όλα αυτά με έναν τρόπο συναρπαστικό και λαχταριστό, σπαρταριστό.

Δεν είναι ένα εύκολο βιβλίο, αλλά είναι ταυτόχρονα ένα βιβλίο που διαβάζεται με ταχύτητα και προσμονή. Και που (σαφώς) ξαναδιαβάζεται ύστερα, ίσως με άλλη σειρά, ή ίσως με την ίδια: πρώτα με το ένα μισό, έπειτα με το άλλο: υπάρχουν μυστικά εκεί, και λέξεις, που αξίζει να ανακαλυφθούν.

Η μετάφραση του Νίκου Α. Μάντη (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του συγγραφέα Νίκου Λαμπρόπουλου) είναι ένα έργο τέχνης από μόνη της, επίσης. Ευτυχώς, ειδάλλως το βιβλίο θα μαράζωνε. Όμως τώρα θάλλει.

Κική Τσιλιγγερίδου



Κυριακή 2 Αυγούστου 2015

Κάρι Χεστχάμαρ, «So long, Marianne»




«Όποιος έχει ζήσει στην Ύδρα δεν μπορεί να ζήσει οπουδήποτε αλλού, ούτε καν στην Ύδρα», είπε ο Άξελ Γένσεν στη Μαριάννε Ιλέν, και κάπως έτσι ήταν τα πράγματα γι' αυτούς.

Ο Άξελ και η Μαριάννε, Νορβηγοί και οι δύο, γνωρίστηκαν στο παγωμένο Όσλο, στην τρυφερή ηλικία των 19 ετών. Ο Άξελ ήθελε να γίνει συγγραφέας, η Μαριάννε δεν ήξερε ακόμη τι θα 'θελε να κάνει (και δεν έμαθε για πολλά χρόνια μετά). Ο Άξελ τα κατάφερε. Μετά από ένα μεγάλο ταξίδι που έκανε στη Σαχάρα, όπου έζησε με τους Τουαρέγκ, επέστρεψε στη Νορβηγία, έγραψε το πρώτο του βιβλίο με το οποίο έγινε αμέσως πολύ γνωστός, πήρε το κορίτσι του, τη Μαριάννε, και πήγαν να ζήσουν στην Ύδρα. Στην Ύδρα του 1956, χωρίς ρεύμα και τρεχούμενο νερό στα σπίτια. Ήταν, και οι δυο, 22 χρονών.

Γιατί στην Ύδρα; Η Ελλάδα ήταν ακόμη τότε για την Ευρώπη ένας τόπος ανεξερεύνητος και συνάμα γοητευτικός. Οι νέοι ήθελαν να δουν από κοντά τους Δελφούς και την Επίδαυρο, να ζήσουν σε ένα ελληνικό νησί. Μετά το Παιδί και το Δελφίνι, η Ύδρα έγινε τόπος στον οποίο έζησαν για μικρό ή μεγάλο χρονικό διάστημα ξένοι καλλιτέχνες από την Ευρώπη, τις ΗΠΑ, τον Καναδά.

Εκεί λοιπόν ριζώνουν η Μαριάννε και ο Άξελ, και λέω ριζώνουν γιατί αγόρασαν κι ένα σπίτι. Το νησί τούς αγκαλιάζει και τους αποθεώνει. Οι ξένοι είναι ξανθοί και όμορφοι και έχουν ένα παιδί κατάξανθο, με μαλλιά σχεδόν λευκά από τον ήλιο. Τους προσκαλούν εφοπλιστές και αστοί της Αθήνας σε πάρτι και εκδηλώσεις σε σκάφη και σπίτια, στην Ύδρα, στο Κολωνάκι, παντού. Τόσο εύκολο ήταν τότε για τους ξανθούς, ξένους και όμορφους να ενσωματωθούν στην υψηλή κοινωνία της Ελλάδας των mid 50's.

Περιγράφει ο Κόεν αργότερα:

Ήταν όλοι τους νέοι και όμορφοι και ταλαντούχοι, βουτηγμένοι στη χρυσόσκονη. Καθένας τους είχε μοναδικά, ιδιαίτερα ταλέντα. Έτσι, φυσικά, φαντάζει πάντα η νιότη, αλλά στο υπέροχο εκείνο πλαίσιο της Ύδρας τα πάντα διογκώνονταν. Έλαμπαν, όλοι τους. Στα μάτια μου, ήταν όλοι υπέροχοι. Τα λάθη που κάναμε ήταν λάθη σημαντικά, οι απιστίες μας απιστίες με σημασία. Ο,τι κάναμε ήταν λαμπερό και σημαντικό. Έτσι είναι η νιότη.

Ο Άξελ εγκαταλείπει τη Μαριάννε και το νεογέννητο παιδί τους για μιαν άλλη γυναίκα, και τότε η Μαριάννε γνωρίζει τον Λέναρντ Κόεν, σε ένα μπακάλικο στην Ύδρα. Ο Κόεν ερωτεύεται την όμορφη Νορβηγίδα και ζουν μαζί, στην Ύδρα, για σχεδόν δέκα χρόνια, στο σπίτι που είχε αγοράσει ο Κόεν στο νησί.

Το βιβλίο περιγράφει γλαφυρά έναν τρόπο ζωής που έκαναν εκείνη την εποχή πολλοί νέοι, την ελευθεριότητά του, τους πειραματισμούς του, τα ταξίδια τους, μια μποέμικη κατάσταση στην οποία η Μαριάννε παρασύρθηκε, εν μέρει και λόγω της ομορφιάς της, αλλά με την οποία ποτέ δεν συμφώνησε απολύτως. Περιγράφει την Ύδρα της δεκαετίας του '50. Οι ξένοι δεν ξεχώριζαν μόνο από την εμφάνισή τους αλλά και λόγω του τρόπου της ζωής τους. Στη Μαριάννε κάνει εντύπωση το πόσο λίγες Ελληνίδες από την Ύδρα γνωρίζει όσο ζει στο νησί. Τις βλέπει μόνο τις Κυριακές, όταν κάνουν βόλτα με τα καλοντυμένα παιδιά τους στο νησί.

Όποιος περιμένει, διαβάζοντας το So Long, Marianne, να μάθει κάτι περισσότερο για τον Κόεν, δε θα ικανοποιηθεί. Το βιβλίο αυτό περιγράφει την ιστορία της Μαριάννε, που είναι ενδιαφέρουσα όχι επειδή η ίδια η Μαριάννε διακρίνεται για κάτι, αλλά επειδή η ομορφιά και η τύχη της της χάρισαν μια ζωή που λίγοι είχαν την ευκαιρία να βιώσουν και που τη μοιράστηκε κάποια χρόνια με ανθρώπους-θρύλους: κυρίως τον Κόεν, αλλά και τον Άξελ. Επειδή η Μαριάννε έζησε μια θύελλα μεταξύ Ύδρας, Όσλο, Μόντρεαλ και Παρισιού.

Το βιβλίο είναι ενδιαφέρον και για έναν επιπλέον λόγο: τα ένθετα με τις φωτογραφίες της Μαριάννε, του Άξελ Γένσεν και του Λέναρντ Κόεν στην Ύδρα, αλλά και τις επιστολές που αντάλλασσε η Μαριάννε με τους δυο τους.

Η σχέση των δύο νέων τελειώνει άδοξα. Περιγράφει ο Κόεν αργότερα:

Όπως κάθε νέος συγγραφέας, όπως κάθε νέος άνθρωπος, λαχταρούσα εμπειρίες. Ήθελα πολλές γυναίκες, ήθελα πολλές διαφορετικές εμπειρίες, πολλές χώρες, πολλά κλίματα, πολλές ερωτικές σχέσεις. Δεν το καταλάβαινα τότε, αλλά ήταν απολύτως φυσιολογικό να αντικρίζω τη ζωή σαν να ήταν μπουφές γεμάτος όλων των ειδών τις γεύσεις. Μέχρι που κατάλαβα ότι τίποτα δεν θα μου έφτανε ποτέ. Αλλά μου πήρε μια ολόκληρη ζωή να το συνειδητοποιήσω και να το αποδεχτώ. Παιδιά ήμαστε και ζούσαμε σε μια εποχή όπου όλα τα δεδομένα ανατρέπονταν. Δεν θέλαμε να ακολουθήσουμε τα παλιά πρότυπα, θέλαμε όμως να διατηρήσουμε ό, τι θεωρούσαμε καλό και όμορφο… Καμιά από εκείνες τις σχέσεις δεν επέζησε -- επέζησαν μόνο στη μνήμη μας, για να τις τιμούμε και να αναγνωρίζουμε πόσα πολλά μας έδωσαν εκείνες οι εμπειρίες.


Πολύ ωραία η έκδοση από τις εκδόσεις Ποταμός και η απευθείας από τα νορβηγικά μετάφραση της Κρυστάλλης Γλυνιαδάκη.

Κική Τσιλιγγερίδου


Τετάρτη 29 Ιουλίου 2015

Juan Gabriel Vásquez, «Οι Πληροφοριοδότες»


Να ξεκαθαρίσω κάτι: δεν έχω διαβάσει τον Ήχο των πραγμάτων όταν πέφτουν, το αριστούργημα, κατά πολλούς, του Juan Gabriel Vasques. Αλλά και οι Πληροφοριοδότες του είναι ένα εξαιρετικό βιβλίο. Όχι επειδή έχει κάτι ιδιαίτερο και «λογοτεχνικό» η γραφή του (λίγοι δημοσιογράφοι αποκλίνουμε σημαντικά από αυτόν τον ένα συγκεκριμένο τρόπο γραφής, τον ρεπορταζιακό-δημοσιογραφικό), αλλά χάρη κυρίως στις πληροφορίες που δίνει.

Τι μας λένε λοιπόν οι Πληροφοριοδότες, και ποιοι ήταν; Αυτό που μαθαίνουμε μέσα από την ιστορία του συγγραφέα είναι το πώς η κοινωνία μιας χώρας όπως η Κολομβία, που δεν ενεπλάκη στρατιωτικά στις εχθροπραξίες κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, επηρεάστηκε βαθιά από την κρίση που συντάραξε όλη την υφήλιο.

Στην Κολομβία είχαν προσφύγει πολλοί Γερμανοί και Αυστριακοί πριν καλά-καλά ξεσπάσει ο πόλεμος, αλλά και κατά τη διάρκειά του. Το 1941 ο φιλελεύθερος πρόεδρος της χώρας Εδουάρδο Σάντος υπέγραψε με τις ΗΠΑ μια σειρά μυστικών συμφωνιών, στο πλαίσιο των οποίων δέχτηκε να θεσπίσει τις «μαύρες λίστες». Σε αυτές καταχωρίζονταν όχι μόνο Γερμανοί φιλοναζιστές, αλλά και Κολομβιανοί, σε μια περίοδο που οι συμπαθούντες τον ευρωπαϊκό φασισμό είχαν πληθύνει. Η συμπερίληψη στη λίστα, ειδικά μετά το 1942, ήταν κάτι σαν κοινωνικός θάνατος, αλλά τα κριτήρια συμπερίληψης ήταν θολά, με αποτέλεσμα να έχουν συντελεστεί πολλές αδικίες. Μπορούσε κανείς να δει στη λίστα, για παράδειγμα, έναν Γερμανό ναζί, αλλά και έναν φτωχό Ιάπωνα που πουλούσε μάγκο σε μια γωνιά, επειδή κάποιος τον κατέδωσε. Τον Μάρτιο του 1944 μάλιστα, η κυβέρνηση Πουμαρέχο αυτή τη φορά, επίσης φιλελεύθερη, πήγε την ιστορία ένα βήμα πιο πέρα: άνοιξε τα κέντρα κράτησης για όσους βρίσκονταν στη λίστα. Το κυριότερο ήταν το Sabaneta, ένα πολυτελές ξενοδοχείο δύο ώρες από την Μπογκοτά.

Το πλαίσιο αυτό δίνεται στο βιβλίο πολύ γλαφυρά, μέσα από την ιστορία ενός δημοσιογράφου, του Γκαμπριέλ Σαντόρο, ο οποίος γράφει τη βιογραφία μας Γερμανοβραίας που εγκαταστάθηκε στην Κολομβία λίγο μετά από την έναρξη του πολέμου. Για ποιο λόγο ο πατέρας του Σαντόρο, και παλιός φίλος της Γερμανίδας, γράφει την πιο σκληρή κριτική για το βιβλίο του γιου του; Ποια προδοσία κρύβεται πίσω από την ιστορία που ο πατέρας του έχει κρύψει επιμελώς τόσα χρόνια; Ο Σαντόρο κάνει την έρευνα που θα τον γυρίσει πίσω, στα χρόνια του πολέμου, αποκαλύπτοντας την πικρή αλήθεια που ο πατέρας του δεν ήθελε να ξέρει κανείς.

Οι «Πληροφοριοδότες» είναι ένα βιβλίο-ιστορία. Εξαιρετικό.

Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ίκαρος - Ikaros Publishing, σε σπουδαία μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη.

Κική Τσιλιγγερίδου

Σάββατο 25 Ιουλίου 2015

Miranda July, «Ο πρώτος κακός»



Ο Πρώτος κακός της Miranda July είναι ένα βιβλίο-έκπληξη, για πολλούς λόγους. Ο κυριότερος: η πρωταγωνίστριά του είναι τρελή. Όχι με την κλινική έννοια, αλλά με την κοινωνική σίγουρα. Αν θέλεις να το θέσεις κομψά, τη λες αντισυμβατική — αλλά είναι τρελή. Επιπλέον, είναι αδύνατον να φανταστεί κανείς πώς εξελίσσεται η πλοκή, κι αυτό είναι κάτι που δεν θα περιγράψω.

Η Σέριλ (η τρελή που λέγαμε), είναι 43 ετών, ζει μόνη και εργάζεται σε υψηλόβαθμη θέση σε μια εταιρεία που παράγει DVD με ασκήσεις γυμναστικής και επιδείξεις αυτοάμυνας. H Σέριλ λοιπόν είναι ερωτευμένη με τον Φίλιπ, αλλά ο έρωτάς της δεν είναι ένας κλασικός έρωτας: είναι βαθιά της πεποίθηση ότι εκείνη και ο Φίλιπ έχουν υπάρξει ζευγάρι σε πολλές ζωές μέχρι τώρα, και ότι είναι γραφτό τους να είναι μαζί. Ο Φίλιπ οριακά γνωρίζει την ύπαρξή της. Επίσης η Σέριλ κοιτάζει επίμονα μικρά παιδιά και μωρά, διότι πιστεύει ότι ένα συγκεκριμένο μωρό που πήρε αγκαλιά όταν ήταν εννέα ετών είναι εγκλωβισμένο μέσα στα σώματα των παιδιών αυτών και της απευθύνεται με το βλέμμα. Η Σέριλ έχει ψυχοσωματικά προβλήματα που εκδηλώνονται με έναν «υστερικό κόμπο» στο λαιμό, για τον οποίο αποζητά θεραπεία. See? Τρελή. 

Η ζωή της Σέριλ κάνει μια μεγάλη στροφή όταν έρχεται στο σπίτι της να μείνει η εικοσάχρονη επαναστάτρια κόρη των αφεντικών της, η Κλι. Θα πω μόνο ότι, μετά από μια μακρά περίοδο ψυχρών έως και εχθρικών σχέσεων ανάμεσα στις δύο γυναίκες, η μεταξύ τους ένταση εκτονώνεται με… ξύλο. Το οποίο απολαμβάνουν και οι δύο. Δέρνονται με πάθος, στήνουν η μία παγίδες στην άλλη και εξασκούν με απόλυτο ρεαλισμό τις ασκήσεις αυτοάμυνας που πουλά η εταιρεία των γονιών της Κλι. Κι αν αυτό είναι έκπληξη, περιμένετε να διαβάσετε τη συνέχεια (στο βιβλίο). 

Η Miranda July έχει γράψει  ένα μυθιστόρημα απολαυστικό, αστείο, τρυφερό και σέξι, κι αυτό δεν αποτελεί έκπληξη αν έχει δει κανείς κάποια από τις ταινίες που έχει γράψει και σκηνοθετήσει και παίξει (ναι, είναι η γυναίκα-ορχήστρα). Για παράδειγμα, το Me and You and Everyone We know

Ο Πρώτος κακός κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Παπαδόπουλος, σε εξαιρετική μετάφραση. Το προτείνω ανεπιφύλακτα, ειδικά σε κορίτσια. :-)

Κική Τσιλιγγερίδου

Τρίτη 23 Ιουνίου 2015

Έμα Χίλι, «Χάρτινη Μνήμη»


«Το σπίτι είναι γεμάτο χαρτάκια, στοιβαγμένα ή κολλημένα σε διάφορες επιφάνειες. Λίστες για ψώνια και συνταγές, τηλεφωνικοί αριθμοί και ραντεβού, σημειώσεις για πράγματα που έχουν ήδη συμβεί. Η χάρτινη μνήμη μου. Υποτίθεται ότι με αποτρέπει από το να ξεχνάω. Η κόρη μου όμως μου λέει ότι χάνω τα σημειώματα. Κι αυτό το γράφω. Παρ΄ όλα αυτά, αν η Ελίζαμπεθ είχε όντως τηλεφωνήσει, θα είχα το σχετικό σημείωμα. Δε μπορεί να τα έχω χάσει όλα. […] Νομίζω ότι κάτι άκουσα στις χθεσινές ειδήσεις. Κάτι για μια ηλικιωμένη. Και τώρα η Ελίζαμπεθ εξαφανίστηκε».

Elizabeth is missing (Η Ελίζαμπεθ εξαφανίστηκε) είναι ο πρωτότυπος τίτλος τού εξαιρετικά πρωτότυπου βιβλίου της Έμας Χίλι, και η απόδοσή του (πολύ πετυχημένη, αν με ρωτάτε), στα ελληνικά είναι Χάρτινη μνήμη.

Άκου τώρα: η Έμα Χίλι είναι μόλις 28 χρονών και έγραψε ένα βιβλίο, σε πρώτο πρόσωπο παρακαλώ, για μια ηλικιωμένη που πάσχει από γεροντική άνοια. Και το βιβλίο αυτό είναι υπέροχο, διαβάζεται απνευστί, έχει αυτό το σκοτεινό χιούμορ των Βρετανών που τόσο πολύ αγαπώ, είναι διασκεδαστικό και έχει και πολύ ενδιαφέρουσα υπόθεση!

Η Μοντ είναι 82 ετών, μητέρα και γιαγιά, και προσπαθεί να δρασκελίσει την κάθε μέρα με τη βοήθεια της χάρτινης μνήμης της: δεκάδες, εκατοντάδες χαρτάκια τής υπενθυμίζουν τα πάντα: τι μέρα είναι, να μη βγει από το σπίτι, να μην πάει στον μπακάλη κι αν πάει, να μην πάρει άλλες κονσέρβες κομπόστα ροδάκινο. Της υπενθυμίζουν τα ραντεβού της με την καλύτερη, τη μοναδική της φίλη, την Ελίζαμπεθ. Όμως η Ελίζαμπεθ εξαφανίστηκε. Η Μοντ, στις στιγμές της διαύγειάς της, το λέει σε όλους: στην κόρη της, στη φροντίστριά της, στην αστυνομία, βάζει μέχρι και αγγελία. Όμως η Ελίζαμπεθ δεν είναι στο σπίτι της. Πήγε πολλές φορές να τη βρει και δεν ήταν εκεί.

Η Μοντ με τη θρυμματισμένη μνήμη της και τα χαρτάκια της το παίρνει απόφαση και αρχίζει να ερευνά μόνη της την υπόθεση. Η σκέψη της την πηγαίνει σιγά-σιγά στο παρελθόν, λίγο μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Πώς μπορεί να συνδέεται η υπόθεση της εξαφανισμένης από χρόνιας αδελφής της με την εξαφάνιση της Ελίζαμπεθ; Τι είδους παιχνίδια μπορεί να της παίζει το γερασμένο και άρρωστο μυαλό της;...

Η Έμα Χίλι αφηγείται τις δύο ιστορίες παράλληλα, σαν θραύσματα της μνήμης της Μοντ. Η Ελίζαμπεθ και η Σούκι. Η φίλη της Μοντ και η αδελφή της. Το μυστήριο και η λύση του. Η δικαίωση της Μοντ, όπώς έρχεται, είναι αναπάντεχη ακόμη και για την ίδια.

Υπέροχο, υπέροχο βιβλίο, έξυπνα γραμμένο κι ευκολοδιάβαστο, διαβάζεται με μια ανάσα.

Chapeau, Έμα Χίλι! Chapeau, Εκδόσεις Μίνωας!

Κική Τσιλιγγερίδου

Σάββατο 20 Ιουνίου 2015

Τζόναθαν Λέθεμ, «Οι κόκκινες βασίλισσες»


Ίσως δεν είναι το σημαντικότερο στοιχείο του βιβλίου (σίγουρα δεν είναι), αλλά οι Κόκκινες Βασίλισσες με έκαναν για μια ακόμη φορά να αναστενάξω με παράπονο που δεν γεννήθηκα στη Νέα Υόρκη. Εκεί όπου αρχίζουν όλα, εκεί όπου θέλοντας και μη είσαι μπροστά στις εξελίξεις, μπροστά στη σκέψη, εκεί όπου γεννιούνται νέα ρεύματα τέχνης, εικαστικών, μουσικής, εκεί όπου είναι αυτονόητο να μην ξέρεις να οδηγείς (και μάλιστα χαρακτηριστικό των Νεοϋορκέζων) γιατί διασχίζεις και μετακινείσαι στην πόλη με τον Υπόγειο, εκεί όπου αρχίζουν όλα. 

Όλα; Όχι, ο κομμουνισμός και ο ριζοσπαστισμός σίγουρα δεν έχουν τις ρίζες τους στη Νέα Υόρκη, ούτε καν στη χώρα που φιλοξενεί τη μητρόπολη. Κι όμως, στη Νέα Υόρκη υπήρξε ο πυρήνας των Αμερικανών κομμουνιστών τη δεκαετία του '60 και νωρίτερα, το Γκρίνουιτς Βίλατζ έγινε λίκνο της αντικουλτούρας και των μπίτνικ, σκηνή για καλλιτέχνες-σύμβολα, για ζωγράφους και συγγραφείς. Στη Νέα Υόρκη κορυφώθηκε άλλωστε και το (αμφιλεγόμενο) κίνημα Occupy, στις μέρες μας.

Ποιοι είναι αυτοί οι Αμερικανοί που τόσο μακριά από εκεί όπου έχουν τις ρίζες τους τα πολιτικά ρεύματα, τόσο μακριά από εκεί όπου γράφεται ο κορμός της Ιστορίας τους, την Ευρώπη, εκφράζουν την αντίθεσή τους στο οικονομικό και πολιτικό μοντέλο των ΗΠΑ; Είναι η Ρόουζ και η Μίριαμ, οι Κόκκινες Βασίλισσες. Η Ρόουζ Τσίμερ, κομμουνίστρια και Εβραία, ζει και «βασιλεύει» στο Σανισάιντ Γκάρντενς, στο Κουίνς, και έχει στο σπίτι της σε λατρευτική θέση το πορτραίτο του Αβραάμ Λίνκολν. Δυναμική, εκρηκτική, βασίλισσα της υπερβολής, η Ρόουζ είναι αυτό που η οικογένειά της αγαπά να μισεί. Ο σύζυγός της Άλμπερτ, αριστοκράτης Γερμανοεβραίος, την εγκαταλείπει για να πάει να ζήσει στην Ανατολική Γερμανία. Η Μίριαμ, πάλι, παθιασμένη ακτιβίστρια, ήδη από τα δεκάξι της δραπετεύει από την επιρροή της μητέρας της, της Ρόουζ, γινόμενη μία άλλη Ρόουζ και η ίδια, και ενσωματώνεται στο ρεύμα που πλάθει το Γκρίνουιτς Βίλατζ. 

Μέσα από τη δική τους ιστορία, και το πλήθος των ανθρώπων που τις περιστοιχίζουν, ο Τζόναθαν Λέθεμ πατά σε ιστορικά γεγονότα και περιγράφει το προφίλ του ριζοσπαστισμού στη Νέα Υόρκη, από το 1930 ως τις μέρες μας, το κομμουνιστικό κίνημα, τον αγώνα για τα δικαιώματα των Αφροαμερικανών, τις κομμούνες της δεκαετίας του '70, το κίνημα Οccupy, αλλά και τη συνολική σύγχρονη ιστορία αυτής της τεράστιας χώρας.

Οι Κόκκινες Βασίλισσες, που ανήκουν στη χορεία των λίγων αλλά σημαντικών μυθιστορημάτων που προσπαθούν να εξαντλήσουν τις δυνατότητες της αμερικανικής αστικής τοπιογραφίας, είναι ένα πυκνογραμμένο βιβλίο με πληροφορίες σε κάθε αράδα, σε κάθε λέξη. Για το μπέιζμπολ και τις επαγγελματικές λίγκες του αθλήματος στις ΗΠΑ, για τον Μπομπ Ντίλαν, την κάντρι μπλουζ και τη φολκ μουσική, για τον κουακερισμό και για την εποχή του Υδροχόου. Για τη Ρόουζ και τη Μίριαμ, τους εραστές, τους συζύγους, τα παιδιά και τα εγγόνια τους. 

Πάρτε βαθιά ανάσα και βουτήξτε βαθιά. 

Οι απαιτητικές στην ανάγνωσή τους Κόκκινες Βασίλισσες του Τζόναθαν Λέθεμ κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις Κέδρος σε πολύ καλή μετάφραση της Ελένης Ηλιοπούλου.

Κική Τσιλιγγερίδου

Παρασκευή 19 Ιουνίου 2015

James Sallis, «Στη Λίμνη»




Δεν είχα ξαναδιαβάσει Σάλις, ούτε το Drive (ναι, το γνωστό, που έγινε ταινία), ούτε καν κάποιο αστυνομικό μυθιστόρημα από την επιτυχημένη σειρά του που διαδραματίζεται στη Νέα Ορλεάνη με ήρωα τον ντετέκτιβ Lew Griffin.

Η πρώτη μου γνωριμία με τον συγγραφέα έγινε τώρα, με το αστυνομικό μυθιστόρημα Στη Λίμνη και ήταν μια βουτιά στη ζεστή αγκαλιά του southern νουάρ. O Τζων Τέρνερ είναι μια φιγούρα που όμοιές της έχουμε συναντήσει συχνά σε αμερικανικές ταινίες με πλοκή που διαδραματίζεται στις νότιες πολιτείες, και σε βιβλία. Διανύει την έκτη δεκαετία της ζωής του, είναι πρώην ντετέκτιβ, πρώην κατάδικος και πρώην ψυχοθεραπευτής. Βαρύς, λιγομίλητος, ένας άντρας που το βάρος των εμπειριών του και της προσωπικής του ιστορίας αποτυπώνεται στο πρόσωπο και στη συμπεριφορά του. Αποφασίζει να κάνει μια στροφή στη ζωή του και να απομονωθεί σε ένα μοναχικό σπίτι στην όχθη μας λίμνης που περιβάλλεται από κυπαρίσσια, σε ένα ξεχασμένο χωριό έξω από το Μέμφις. Ώσπου στο χωριό αυτό, όπου τίποτα δε μένει κρυφό, ανακαλύπτεται το πτώμα ενός άγνωστου άντρα, δολοφονημένου τελετουργικά, με την αλληλογραφία του δημάρχου στην τσέπη του. Ο σερίφης της περιοχής ζητά από τον μοναχικό ξένο να τον βοηθήσει στην επίλυση της υπόθεσης, και κάπως έτσι αρχίζουν όλα.

Αυτό που σε αιχμαλωτίζει στη Λίμνη δεν είναι πρωτίστως το μυστήριο στην πλοκή. Η ιστορία που αφηγείται ο συγγραφέας δεν έχει ανατροπές ούτε καταιγιστική δράση, ούτε καν ένα λυτρωτικό τέλος. Στην πραγματικότητα, έχουμε να κάνουμε με μια χαυνωτικά απολαυστική ιστορία που μας συστήνει τον Τζων Τέρνερ, αφηγούμενη την πολυτάραχη ζωή του: ως στρατιώτη στο Βιετνάμ, ως ντετέκτιβ, ως κρατούμενου στις φυλακές, ως ψυχοθεραπευτή:

...όλοι μέσα τους ήταν πικραμένοι, βασανίζονταν, υπέφεραν  μια χορωδία από Κουασιμόδους. Αν οι πληγές που τους ταλαιπωρούσαν ήταν αληθινές ή όχι, δεν είχε, σε τελική ανάλυση, καμία σημασία. Μόνο η πίστη τους σ' εκείνες τις πληγές μετρούσε γι' αυτούς. Καμιά φορά μπορεί να έφερνα το παράδειγμα του τζαζ κιθαρίστα, πώς δηλαδή πιστεύουμε, ακούγοντας έναν καλό κιθαρίστα, ότι ξέρει κάτι που εμάς μας διαφεύγει, ότι καταλαβαίνει πώς συνδέονταν όλα, ενώ δεν είναι έτσι, το μόνο που συμβαίνει είναι ότι ο άνθρωπος αυτός έχει αξιοποιήσει στο έπακρο τη μοναδική, μικρή, εξαιρετική του δεξιότητα, κι αυτό είναι όλο.

Κατά την έρευνά του για την εξιχνίαση της δολοφονίας ο Τέρνερ, θα μπει σε σκοτεινά μπαρ με λάιβ κάντρι και μπλουζ μουσική, θα γνωρίσει μια νέα γυναίκα, δικηγόρο, που παίζει μπάντζο, και θα πιουν μπέρμπον στη βεράντα του σπιτιού της, θα επισκεφτεί στο σπίτι του έναν καθηγητή κολεγίου με μεγάλη έρευνα (και κόλλημα) για τις καλτ μικρού προϋπολογισμού ταινίες τρόμου που σκηνοθέτησε ένας μυστηριώδης τύπος (άραγε πώς συνδέονται οι ταινίες του με τη δολοφονία και ποιος είναι τέλος πάντων αυτός ο άνθρωπος;) και πολλά άλλα, εξόχως ενδιαφέροντα.

Η Λίμνη είναι ένα έξοχο και ιδιαίτερο βιβλίο, στην αφήγηση του οποίου αφήνεσαι να βουλιάξεις αναπαυτικά. Μπορείς να το φανταστείς και σαν ένα σκοτεινό κόμιξ, τύπου Sin City, με αφηγητή τον Τζων Τέρνερ, να μιλά με τη βαριά φωνή του, σε πρώτο πρόσωπο.

Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πόλις. Και αναμένω ήδη με προσμονή τα άλλα δύο βιβλία της τριλογίας.

Κική Τσιλιγγερίδου

Sarah Waters, «Οι ενοικιαστές»


Η Sarah Waters είναι Βρετανή λεσβία, κι αν δεν γνωρίζεις καμιά από αυτές τις ιδιότητές της όταν πιάνεις στα χέρια σου τους Ενοικιαστές, όταν το βιβλίο τελειώνει τα ξέρεις. Άλλωστε η Waters έχει χαρακτηριστεί ως σπουδαία συγγραφέας του «αποκλίνοντος ερωτισμού» (αν και ο όρος «αποκλίνων» δεν με βρίσκει σύμφωνη) και η ίδια συμμετέχει ενεργά ακτιβιστικά σε δράσεις και φόρα ενάντια στις διακρίσεις.

Οι Ενοικιαστές, το τελευταίο της μυθιστόρημα που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Λιβάνη, απευθύνεται κυρίως σε γυναικείο κοινό, και έχει όντως κάποια χαρακτηριστικό που συναντάμε σε αυτά τα βιβλία: μια ερωτική ιστορία στον πυρήνα του και περιγραφικές ερωτικές σκηνές. Εκτός από αυτά όμως, το βιβλίο θίγει έξοχα, ανάμεσα σε άλλα, το συντηρητισμό της αγγλικής κοινωνίας κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου, την προσπάθεια των γυναικών να διεκδικήσουν τη θέση τους στην αγορά εργασίας, και τις κοινωνικές διακρίσεις εις βάρος όσων γυναικών επέλεγαν τον μη συμβατικό δρόμο της εργένικης ζωής.

Η Φράνσις Ρέι, μια γυναίκα 26 ετών, ζει με τη μητέρα της σε μια αριστοκρατική συνοικία του Λονδίνου. Τα δυο αδέλφια της σκοτώθηκαν στον Μεγάλο Πόλεμο και ο πατέρας της πέθανε λίγο καιρό μετά, αφήνοντας στις δύο γυναίκες το σπίτι -- και πολλά χρέη. Στην προσπάθειά τους να σώσουν το σπίτι από την κατάσχεση, μητέρα και κόρη αποφασίζουν να νοικιάσουν ένα τμήμα του, κατά τη συνήθεια της εποχής. Ως ενοικιαστές, επιλέγουν ένα νεαρό ζευγάρι, τους Μπάρμπερ.

Η σκέψη ότι όλα αυτά τα πράγματα θα έμπαιναν στο σπίτι της --ότι αυτό το αντρόγυνο, που δεν ήταν ακριβώς το αντρόγυνο που θυμόταν αλλά σαφώς νεότερο και πιο χυδαίο, θα τα μετέφερε και θα τα τακτοποιούσε και θα έστηνε το δικό του χυδαίο σπιτικό ανάμεσά τους--, η σκέψη και μόνο τής προκάλεσε ένα κύμα πανικού. Τι στο καλό είχε κάνει; Ένιωθε σαν να είχε ανοίξει το σπίτι της σε κλέφτες και επιδρομείς. Αλλά δεν υπήρχε εναλλακτική λύση αν ήθελε να συνεχίσει να υπάρχει το σπίτι.

Το ζευγάρι ωστόσο φέρνει μαζί του τη ζωντάνια του, αλλά και γέλιο, και χρώμα και μουσική. Η Φράνσις και η η Λίλιαν Μπάρμπερ συνδέονται με μια ισχυρή φιλία. Μια βραδιά με πολύ αλκοόλ, μια ερωτική ιστορία και μια έκτρωση (που το 1922 στην Αγγλία ήταν μια εξαιρετικά επικίνδυνη υπόθεση για τις γυναίκες) διαταράσσουν τις ισορροπίες, και μυστικά που αποκαλύπτονται κλονίζουν τις σχέσεις που έχουν δημιουργηθεί. Και τα πάντα κλονίζονται δραματικά όταν γίνεται ένας φόνος...

Το βιβλίο της Waters σε κρατά με τη δυνατή πλοκή του, που σε καμία περίπτωση δεν περιορίζεται στην ερωτική ιστορία: περιγράφει γλαφυρά τον τρόπο ζωής και τις δυσκολίες στο μεταπολεμικό Λονδίνο, έχει ισχυρούς, ρεαλιστικούς χαρακτήρες, πολλές ανατροπές και συνεχείς εκπλήξεις. Καλογραμμένο και χορταστικό (με περισσότερες από 700 σελίδες), το συστήνω ανεπιφύλακτα!



Κική Τσιλιγγερίδου

Elif Shafak, «Περηφάνια»


Η Ρόδινη Μοίρα (Πεμπέ Καντέρ) και η Αρκετή Ομορφιά (Τζαμίλα Γετέρ) γεννιούνται σε ένα μικρό χωριό του Κουρδιστάν με ελάχιστα λεπτά διαφορά και μοιάζουν σαν δυο σταγόνες νερό. Αντικριστές σταγόνες: η μια έχει το λακκάκι στο δεξί μάγουλο όταν χαμογελάει, η άλλο στο αριστερό, η μία είναι δεξιόχειρας, η άλλη αριστερόχειρας, της μιας η καρδιά χτυπά στη δεξιά πλευρά του στήθους της, της άλλης αριστερά. Η απόφαση ενός νεαρού άντρα να μην παντρευτεί τη δίδυμη που ερωτεύτηκε αλλά την άλλη, θα μπορούσε κανείς να πει ότι είναι το σημείο εκκίνησης της τραγωδίας που θα βρει την οικογένεια.

Η Περηφάνια της Elif Şafak / Elif Shafak περιγράφει τη ζωή των ανθρώπων στο Κουρδιστάν στα μέσα του προηγούμενου αιώνα, την επιθυμία για μετανάστευση στον δυτικό κόσμο και τη δυσκολία προσαρμογής μιας παραδοσιακής ισλαμικής οικογένειας στην κοινωνία του Λονδίνου. Περιγράφει την κρυμμένη πίσω από την ευγένεια και τους καλούς τρόπους επιφυλακτικότητα των Άγγλων απέναντι στους μετανάστες και, κάπως πιο σπάνια, έναν επιμελώς καλυμμένο ρατσισμό. Περιγράφει επίσης την καταπίεση που υφίστανται οι γυναίκες του Ισλάμ, καθώς όλες τους οφείλουν να κρατούν αλώβητη την τιμή, τη δική τους και της οικογένειάς τους, στον τόπο τους και στην ξενιτιά (Honour είναι ο τίτλος του πρωτότυπου).

Τι γίνεται όταν ο σύζυγος μιας μετανάστριας από την Τουρκία την εγκαταλείπει για τα μάτια μιας άλλης γυναίκας; Πώς αντιδρούν η οικογένεια και ο περίγυρός της όταν εκείνη ξαναφτιάχνει δειλά-δειλά τη ζωή της; Ποιο βαρύ μυστικό κρύβεται πίσω από τη δολοφονία μιας μητέρας από τον πρωτότοκο γιο της, και τι ρόλο παίζει ένα «καταραμένο» διαμάντι;

Η Περηφάνια καταδεικνύει πόσο δύσκολο είναι οι ανθρώπινες αδυναμίες να δαμαστούν από παραδόσεις και θρησκευτικές πεποιθήσεις και πόσο ο χαρακτήρας μας ορίζει τη συμπεριφορά μας και τις επιλογές μας. Είναι ένα υπέροχο βιβλίο.

Η Ελίφ Σαφάκ, μια από τις σημαντικότερες σύγχρονες συγγραφείς της Τουρκίας, έχει κατηγορηθεί από τον φιλοκυβερνητικό τουρκικό Τύπο μαζί με τον νομπελίστα Ορχάν Παμούκ ότι ελέγχονται από ένα «διεθνές λογοτεχνικό λόμπι» που έχει βάλει την τουρκική κυβέρνηση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στο στόχαστρό του. Η ίδια, κόρη διπλωματών, έχει ζήσει στην Ισπανία, στη Νέα Υόρκη και στην Κωνσταντινούπολη και έχει βραβευτεί με σημαντικά βραβεία για το συγγραφικό της έργο.

Η Περηφάνια κυκλοφορεί από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Αναζητήστε την.


Κική Τσιλιγγερίδου

Γκράχαμ Γκρην, «Η δύναμις και η δόξα»


Ο πρωταγωνιστής του βιβλίου, ο διωκόμενος στο επαναστατημένο Μεξικό παπάς, είναι ένα δειλό ανθρωπάκι που με έναν παράλογο τρόπο ξέρει ότι η ζωή θα τον εξαναγκάσει να φανεί, στο τέλος, απολύτως γενναίος, ένα λιπόψυχο ανθρωπάκι που από πείσμα —και από την πίεση ενός μεγαλείου πολύ ισχυρότερου από τον ίδιο— δεν μπορεί να κάνει άλλο τίποτε από το να γράψει μόνος τη μοίρα του. 

Αλκοολικός, αδύναμος, άτολμος, με μια πίστη φθαρμένη, έτοιμος να θυσιαστεί χωρίς ούτε κατά διάνοια να είναι ήρωας, κοντούτσικος και χοντρός, διόλου σημαντικός, μια κουκκίδα ανάμεσα σε κουκκίδες και μια αόριστη, ομιχλώδης υποσημείωση της Ιστορίας όλη κι όλη, κουβαλά πεισματικά ένα σταυρό πολύ μεγάλο και πολύ βαρύ για το μπόι του, και χορταίνει από το ίδιο το διαφαινόμενο μαρτύριό του —όταν δεν παλεύει με ένα ισχνό, μισοπεθαμένο σκυλί για λίγο σαπισμένο κρέας πάνω σε ένα κόκαλο—, όντας πάντα, λαχανιασμένος και ιδρωμένος, δυο βήματα από τη σωτηρία και πολλά περισσότερα από το μαρτύριο, που τον έλκει σαν ένας πελώριος μαγνήτης σωτηρίας, όχι απαραίτητα μόνο για τον ίδιο.

Ένα γοητευτικό μυθιστόρημα, σκοτεινό και στενάχωρο, σχεδόν αποπνικτικό και πνιγμένο στη μεξικάνικη σκόνη, σαν παράξενο θρησκευτικό νουάρ. Ο Γκράχαμ Γκριν στο αδιαφιλονίκητο αριστούργημά του.

Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πόλις, σε εξαιρετική καινούρια μετάφραση από τη Μαργαρίτα Ζαχαριάδου.



Κική Τσιλιγγερίδου

Saul Black, «Μαθήματα φόνου»


Συνειδητοποίησε σαν για πρώτη φορά ότι αυτό συνέβαινε στις γυναίκες από την αρχή, είδε φευγαλέα δισεκατομμύρια γυναίκες, ζωντανές και νεκρές, η αδελφότητα των θυμάτων που το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να παρακολουθεί, που δε μπορούσε να της προσφέρει τίποτα πέρα από τη γνώση ότι αυτό θα ήταν το δικό της εξειδικευμένο τέλος αυτής της ιστορικής σταθεράς, ο δικός της βιασμός, ο δικός της θάνατος. 

Ένας κατά συρροή δολοφόνος και ο «βοηθός του» δολοφονούν γυναίκες και τις εγκαταλείπουν σε άλλη πολιτεία από εκείνη όπου τις σκότωσαν. Μια αστυνομικός έχει καταστρέψει την προσωπική της ζωή προσπαθώντας να τους συλλάβει. Ένας ηλικιωμένος βρίσκει στο κατώφλι του ένα δεκάχρονο κορίτσι σχεδόν νεκρό από το κρύο. Ένα κορίτσι περιμένει τη σειρά της στο σκοτεινό υπόγειο ενός σπιτιού. Ξέρει τι την περιμένει.

Τα καλά νέα είναι ότι με 7,5 ευρώ θα πάρετε ένα πολύ καλό αστυνομικό μυθιστόρημα, με σφιχτή πλοκή και ένα θέμα που μισούμε να αγαπάμε: κατά συρροή δολοφονίες γυναικών.

Τα άσχημα νέα είναι ότι το βιβλίο είναι περιγραφικό, όσο χρειάζεται για να έχεις μια καλή εικόνα του τρόπου με τον οποίο βασανίζουν τα θύματά τους οι δολοφόνοι και όσο χρειάζεσαι για να κοιτάζεις πίσω από τον ώμο σου όταν περπατάς μόνη στα στενά σοκάκια (λ.χ., στην Προξένου Κορομηλά). Όπως άλλωστε γράφει στο οπισθόφυλλο: «Μη διαβάσετε αυτό το βιβλίο. Κανένας αναγνώστης δεν αξίζει να τρομάξει τόσο».

Το (προφανώς) ψευδώνυμο του συγγραφέα Saul Black ανήκει στον Glen Duncan, ο οποίος επιλέγει να πειραματιστεί σε ένα άλλο είδος από εκείνο στο οποίο έχει συνηθίσει το κοινό του.

Οι Εκδόσεις Bell γνωρίζουν πολύ καλά το συγκεκριμένο είδος και ξέρουν να επιλέγουν τα καλύτερα.



Κική Τσιλιγγερίδου

Terry Hayes, «Ο Προσκυνητής»




Μια νέα γυναίκα στη Νέα Υόρκη βρίσκεται νεκρή μέσα σε μια μπανιέρα γεμάτη οξύ που έχει σβήσει τα δακτυλικά της αποτυπώματα. Ο δολοφόνος έχει βγάλει τα δόντια της και έχει σκουπίσει προσεκτικά το δωμάτιο με απολυμαντικό υγρό ώστε να μην αφήσει πίσω του το παραμικρό δείγμα DNA. --- Σε έναν ερειπωμένο οικισμό στο Αφγανιστάν ανακαλύπτονται τρία πτώματα Δυτικών αιχμαλώτων, ασβεστωμένα. Ποιος τα μετέφερε για 800 χιλιόμετρα και γιατί τα έριξε στον ασβέστη; --- Λίγα χρόνια νωρίτερα, στην Τζέντα, ένας δεκατετράχρονος παρακολουθεί τη δημόσια εκτέλεση του πατέρα του, ο οποίος είχε αμφισβητήσει τη βασιλική οικογένεια.

Η 11η Σεπτεμβρίου 2001 φέρνει δραματικές αλλαγές στη δομή των μυστικών υπηρεσιών των ΗΠΑ. Ένας υψηλόβαθμος, αν και πολύ νέος, πράκτορας μιας απόρρητης υπηρεσίας, αποφασίζει να αλλάξει τη ζωή του και εγκαθίσταται στο Παρίσι. Όταν όμως οι ΗΠΑ βρίσκονται μπροστά στην απειλή μιας βιολογικής επίθεσης από τον Σαρακήνο, τον άνθρωπο- φάντασμα, που κανείς δεν έχει δει και κανείς δεν ξέρει ποιος είναι πραγματικά, ο μόνος που μπορεί να πάρει την κατάσταση στα χέρια του είναι ο Προσκυνητής.

Ο Προσκυνητής, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Διόπτρα - Dioptra Publications, είναι ένα καταιγιστικό κατασκοπευτικό θρίλερ. Με δράση που εκτυλίσσεται στη Νέα Υόρκη, στο Παρίσι, στη Μέση Ανατολή και στο Αφγανιστάν αλλά κυρίως στο Μπόντρουμ, στην Τουρκία, ο αναγνώστης παρασύρεται σε μια δίνη εξελίξεων και δράσης που δικαιολογεί απολύτως τις 830 σελίδες του.

Ο συγγραφέας, Terry Hayes, σεναριογράφος και παραγωγός πολλών ταινιών, μεταξύ των οποίων το Το τελεσίγραφο του Μπορν χρησιμοποιεί τη φαντασία του και, πατώντας σε πραγματικά γεγονότα και καταστάσεις, όπως το καταπιεστικό και απάνθρωπο σύστημα διακυβέρνησης στη Σαουδική Αραβία, το κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι σε χώρες της μέσης Ανατολής, την κατάσταση στη Γάζα αλλά και την τρομοκρατική επίθεση στους Δίδυμους Πύργους, χτίζει μια γοητευτική και καταιγιστική κατασκοπευτική περιπέτεια, η τελευταία πράξη της οποίας διαδραματίζεται στο Μπόντρουμ.

Χωρίς βαθιά ανάλυση και περιττά σχόλια, ο Προσκυνητής είναι μια καλογραμμένη περιπέτεια για γερά νεύρα.

Πολύ καλή η μετάφραση του Vagelis Giannisis.

ΥΓ. Είναι το τρίτο ή τέταρτο βιβλίο που διαβάζω τελευταία με αναφορές στο Ολοκαύτωμα: ο Προσκυνητής περιγράφει μια ιστορία από τα παιδικά του χρόνια, όταν με τον θετό του πατέρα πήγαν στα σύνορα Γαλλίας-Γερμανίας, στο Νάτσβάιλερ-Στρούτχοφ, ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης στα Βόσγια Όρη, όπου ο μικρός καθηλώνεται από τη φωτογραφία μιας γυναίκας που βαδίζει με τα δυο της παιδιά αγκαλιά προς το θάλαμο αερίων. Εκεί, ο πατέρας του περιγράφει στον μικρό πώς μαζί με τους Εβραίους, οι Τσιγγάνοι βίωσαν το Ολοκαύτωμα: «Οι Τσιγγάνοι έχουν ένα άλλο όνομα για το Ολοκαύτωμα. Το λένε Καταβρόχθιση: Porrajmos».


Κική Τσιλιγγερίδου

Λεονάρδο Παδούρα, «Αιρετικοί»


Το πρωινό της 27ης Μαΐου 1939 στο λιμάνι της Αβάνας καταπλέει ένα υπερωκεάνιο, το S.S. Σεντ Λούις. Σ' αυτό έχουν επιβιβαστεί από το Αμβούργο 937 Εβραίοι που βρήκαν οδό διαφυγής από τη ναζιστική Γερμανία και πλήρωσαν την -πανάκριβη- τουριστική βίζα που εξέδιδε στο Βερολίνο το γραφείο της κουβανικής κυβέρνησης. Μαζί τους, επιτρέπεται να πάρουν μια βαλίτσα ρούχα και δέκα όλα κι όλα μάρκα ο καθένας. 

Ενόσω το Σεντ Λούις έπλεε προς την Αβάνα, όλα τα βήματα της τραγωδίας στην οποία θα κατέληγε εκείνο το επεισόδιο, ένα από τα πιο επαίσχυντα και μικρόψυχα πολιτικά επεισόδια ολόκληρου του 20ού αιώνα, ήταν ήδη χαραγμένα. Γιατί στη μοίρα των Εβραίων που βρίσκονταν στο Σεντ Λούις ήρθαν να διασταυρωθούν, σαν να ήθελαν να δέσουν τους κόμπους του σχοινιού για την αγχόνη, τα πολιτικά και προπαγανδιστικά συμφέροντα των ναζί [...], οι αυστηρές μεταναστευτικές πολιτικές τις οποίες απαιτούσαν οι διάφορες κυβερνητικές υπηρεσίες των Ηνωμένων Πολιτειών, συν [...] το μεγαλύτερο κακό που μάστιζε την Κούβα εκείνα τα χρόνια: η διαφθορά. 

Οι άνθρωποι αυτοί, που ταξιδεύουν για να σωθούν έχοντας δώσει τις περιουσίες τους για το ταξίδι και έχοντας αποθέσει σ' αυτό την τελευταία τους ελπίδα για διαφυγή από ό,τι επρόκειτο να συμβεί στην Ευρώπη, δεν βρίσκουν άσυλο σε κανένα λιμάνι και επιστρέφουν στη Γερμανία, όπου τους περιμένει η χειρότερη μοίρα.

Κάπως έτσι, όμως, φτάνει στην Αβάνα και ένας πίνακας του Ρέμπραντ: μια προσωπογραφία του Χριστού που έφερε μαζί της μια οικογένεια Εβραίων, προσπαθώντας μ' αυτόν να δωροδοκήσει τους υπαλλήλους της μεταναστευτικής υπηρεσίας. Τι δουλειά έχει όμως ένας Ρέμπραντ στα χέρια μιας μικροαστικής Εβραϊκής οικογένειας από την Κρακοβία; Και πώς ο πίνακας αυτός, που τα ίχνη του χάθηκαν πίσω στο 1939, βγαίνει το 2007 σε δημοπρασία στο Λονδίνο; Και πώς όλο αυτό συνδέεται με την εξαφάνιση μιας Κουβανής νεαρής emo το 2007 στην Αβάνα; Το πολλαπλό μυστήριο καλείται να λύσει ο χαρισματικός και ιδιαίτερος Μάριο Κόντε, σχεδόν μόνιμος ήρωας του Παδούρα, πρώην αστυνομικός, που ζει στην πρωτεύουσα του νησιού πουλώντας σπάνια βιβλία και παλιές εκδόσεις σε συλλέκτες. Ξετυλίγοντας το κουβάρι της ιστορίας, σ' αυτό το ιδιότυπο αστυνομικό μυθιστόρημα, ο Παδούρα μάς μεταφέρει στο Άμστερνταμ του 17ου αιώνα, όπου ένας νεαρός Εβραίος παίρνει την απόφαση να μαθητεύσει δίπλα στον Ρέμπραντ, πηγαίνοντας κόντρα στους νόμους της θρησκείας και της κοινότητάς του και διακινδυνεύοντας τη θέση του στην κοινωνία αλλά και την ίδια του τη ζωή.

Οι «Αιρετικοί» του Λεονάρδο Παδούρα, που κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις Καστανιώτη, θα διεκδικήσουν το χρόνο που δεν έχετε, και θα τον διεκδικήσουν επιθετικά, διότι είναι ένα βιβλίο που, παρ' όλο τον όγκο του, σε ακολουθεί ακόμα και στο κρεβάτι σου, όταν πας να κοιμηθείς. Είναι ένα βιβλίο που περιγράφει τους διωγμούς που υπέστησαν οι Εβραίοι, όχι μόνο τον 20ό αιώνα, αλλά και τον 17ο, όταν στην Πολωνία Κοζάκοι και Τάταροι κατέσφαξαν σαδιστικά δεκάδες χιλιάδες, επιχειρώντας παράλληλα να εξηγήσει γιατί οι Εβραίοι δεν αντιδρούσαν και μόνο έφευγαν αποδίδοντας τη μοίρα τους στη θεϊκή βούληση. Στους «Αιρετικούς» όμως περιγράφεται και η Κούβα του 20ού αιώνα, το πέρασμα από τη διεφθαρμένη δικτατορία στη φτωχή, μίζερη -και επίσης διεφθαρμένη- «επαναστατική» διακυβέρνηση.

Food for thought.



Κική Τσιλιγγερίδου