Τρίτη 11 Αυγούστου 2015

László Krasznahorkai, «Πόλεμος και πόλεμος»


Ο Πόλεμος και πόλεμος του Λάσλο Κρασναχορκάι (κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πόλις, που μας εισάγουν επιτέλους στο έργο του, σε σπουδαία μετάφραση Ιωάννας Αβραμίδου) είναι ένα πυρετώδες και άγριο μυθιστόρημα, ένα «ποιητικό» βιβλίο τρόμου (τοποθετώ τη λέξη σε εισαγωγικά για να αποφευχθεί η σύγχυση με ό,τι «λυρικό», καθώς το μυθιστόρημα αυτό βρίσκεται στον αντίποδα του λυρισμού: είναι ένα κείμενο που έχει σχέση περισσότερο με τα ξυράφια — και, ναι, πρόκειται για ένα κατά κυριολεξίαν βιβλίο τρόμου), ένα γλωσσικό-αφηγηματικό επίτευγμα χωρίς υφέσεις (στον Βιργιλίου Θάνατο του Μούζιλ, ενδεχομένως, ξαναείδαμε μόνο τέτοια μαεστρία στις σχοινοτενείς κατασκευές-παραγράφους, που δένουν ένα ακροβατικό σχοινί ισορροπίας από τη μία έννοια στην άλλη, από τη μία εικόνα στην άλλη, και βαδίζουν, ή μάλλον τρέχουν ιλιγγιωδώς, πάνω από το δραματουργικό χάος) και ταυτόχρονα ένα σύγχρονο «προφητικό» βιβλίο, καθώς προσομοιάζει με βιβλικό κείμενο (κατά την έννοια που βιβλικό κείμενο είναι και ο Μόμπι-Ντικ, με τον οποίο έχει πολλά αθησαύριστα κοινά και οφείλουμε να το επισηάνουμε, με πρώτη και κύρια τη διαρκώς παρούσα έννοια της αυτοσυντριβής του ομιλούντος υποκειμένου και του γλωσσικού/νοητικού εργαλείου του — αλλά ας σημειώσουμε εδώ μόνο την παροιμιώδη ένταση της γλώσσας, τη σπειροειδή εξέλιξη της πλοκής και τη διαλανθάνουσα βούληση να παραχθεί ένα μεγάλο ανάστροφο αμερικανικό μυθιστόρημα), μιας Βίβλου όμως που δεν μπορεί να γεννήσει καμία θρησκεία: μόνη θρησκεία, λέει ο Λ.Κ., σ’ αυτή τη γη των εκριζωμένων και της διαφθοράς, του απολεσθέντος Παραδείσου, της δυστοπικής μη-Εδέμ, της αρχέγονης αγλωσσίας, του μουντού πόνου, της συγγενούς εντροπίας, είναι ο εξακολουθητικός Πόλεμος, και η δι’ αυτού απώλεια του Ωραίου, η απώλεια «της ευγένειας, του μεγαλείου και της αριστείας», και το μόνο μέλλον που μπορεί να υπάρξει βρίσκεται συμπυκνωμένο σε μία και μόνη λέξη: φρίκη. Και φρίκη, εδώ, σημαίνει πως, στο τέλος, δεν θα υπάρχει καν αυτό το Κακό. Δεν θα υπάρχει καν η δυνατότητα του Κακού. Δεν θα υπάρχει μήτε το φάντασμα ή το μετείκασμα μιας ηθικής:

«…σκέφτομαι πως δεν υπάρχει τίποτε μετά […] θα πέσει πυκνό σκοτάδι, θα γίνει μια μεγάλη διακοπή ρεύματος, και μετά ακόμα κι αυτό το μεγάλο σκοτάδι θα σβήσει» — σ. 149.

Το Πόλεμος και πόλεμος είναι ένα βιβλίο που διαβάζεται με αγωνία, ή που δεν διαβάζεται καθόλου (παρά ταύτα, θα διαβαστεί πολύ και στη γλώσσα μας, πρόκειται περί βασικού κειμένου). Διαβάζεται (ή δεν διαβάζεται καθόλου) ακριβώς όπως παρακολουθεί κανείς μόνος μια ασπρόμαυρη αποπνικτική ταινία φαντασμάτων που κλαίνε μέσα στα χορταριασμένα ερείπια ενός σύγχρονου λαβυρινθώδους κάστρου, αλλά γνωρίζοντας πως αυτό εδώ δεν είναι μια ιστορία φαντασμάτων που αφορά κάποιους άλλους, γιατί φάντασμα, εδώ, κι ας μου επιτραπεί ο ιμπρεσιονιστικός τόνος, είναι ο ίδιος ο αναγνώστης. Το Πόλεμος και πόλεμος διαβάζεται με αγωνία, αλλά και με φόβο: φόβο απέναντι στις λέξεις του Λ.Κ., φόβο απέναντι στην πολλαπλή Βαβέλ των προτάσεών του, στους πύργους των φράσεών του, στις μεγάλες αποστάσεις που καλύπτουν κουτρουβαλώντας προς τα πάνω —πριν κατακρημνιστούν στα χάη που άνοιξαν οι ίδιες, διαρκώς αυτοσυντριβόμενες και ολοένα επαναγεννημένες—, φόβο απέναντι στις αλυσιδωτές συστοιχίες των λέξεων που σκαρφαλώνουν και γκρεμίζονται, πετούν και καταρρίπτονται, αλλά και γοητεύουν απόλυτα και τελεσίδικα: οριστικά. Η γλωσσική δωρεά του βιβλίου είναι σπάνια, ο συγγραφέας είναι αφειδής, θα ήμαστε πολύ μετρημένοι αν χαρακτηρίζαμε το μυθιστόρημα απλώς ακριβό.

Μιλά ο ίδιος ο Λ.Κ. για το μυστηριώδες χειρόγραφο που πρωταγωνιστεί και αναδιπλώνεται και αναλύεται στο βιβλίο, μιλώντας ταυτόχρονα (ή: κυρίως) για το ίδιο το δικό του κείμενο (στο παράθεμα που ακολουθεί, αλλά και σε πολλά άλλα σημεία του μυθιστορήματός του):

«…οι φράσεις ήταν καλά δομημένες, οι λέξεις, τα σημεία στίξης, οι τελείες, τα κόμματα, όλα ήταν ωραία τοποθετημένα, κι ωστόσο […] όλα όσα συνέβαιναν […] μπορούσαν να συνοψιστούν σε μια λέξη: κατάρρευση […] γιατί οι φράσεις έμοιαζαν να τρελάθηκαν, μόλις άρχιζαν, ανέπτυσσαν αμέσως υψηλότερη ταχύτητα, ανασκουμπώνονταν και έπιαναν να τρέχουν με ξέφρενη ταχύτητα […] η γλώσσα εξεγειρόταν, έπαυε να εκπληρώνει την αρχική της λειτουργία, άρχιζε μια φράση και δεν ήθελε πια να σταματήσει […] μια ατέλειωτη φράση που κοπίαζε να είναι όσο πιο ακριβής και υποβλητική μπορούσε, ανατρέχοντας σε όσα η γλώσσα επέτρεπε και δεν επέτρεπε […] σαν ένα παζλ που η λύση του ήταν ζωτικής σημασίας […] ήταν σαν κάθε φράση […] να ήταν ζωτικής σημασίας, σαν να ήταν ζήτημα ζωής και θανάτου» — σσ. 262-63.


Δυο λόγια για την υπόθεση. Ο Γκιόργκι Κόριμ, ο φανερά καφκικός Ούγγρος αρχειοφύλακας που πρωταγωνιστεί εδώ, έχει αναλάβει σαν άλλος σαλός Δον-Κιχώτης τη σουρεαλιστική αποστολή να μεταβεί στη Νέα Υόρκη για να ανεβάσει από εκεί στο Ίντερνετ το χειρόγραφο ενός άτιτλου και ανυπόγραφου βιβλίου (αν πρόκειται πράγματι για βιβλίο) που τυχαία ανακάλυψε σε έναν παλιό, αραχνιασμένο φάκελο της υπηρεσίας του. Αφότου το διάβασε, έχει καταληφθεί από αυτό, αδυνατεί να επαναπροσαρμοστεί στην πραγματικότητα και στον κόσμο, είναι σίγουρος πως μυστικές και κρύφιες υπηρεσίες τον καταδιώκουν και τον κατασκοπεύουν, και άρα οφείλει να απομακρυνθεί από την πόλη του και από τη χώρα του και από την Ευρώπη, για να πάει στο σύγχρονο κέντρο του κόσμου, να πάει στη Νέα Υόρκη (μια μητρόπολη «πετρωμένη μέσα στην ελπίδα», ένα μεγαάστυ με πολλούς Πύργους που ξύνουν τον ουρανό, και με πελώρια, πελώρια αδυναμία επικοινωνίας), ώστε από εκεί να ξεκινήσει το παράδοξο αυτό χειρόγραφο να επεκτείνει το βασίλειο της γοητείας του, και κυρίως των τρομακτικών μυστικών του, στον κόσμο, σε όλο τον χαμένο από χέρι κόσμο: το κείμενο πρέπει επιτέλους να φύγει από τις σελίδες του και από το κεφάλι του Κόριμ (αυτό το κεφάλι που ο κάτοχός του νιώθει πια έτοιμο να ξεκολλήσει από τους ώμους του) και να γίνει κοινό κτήμα όλων, μολονότι και πάλι όλο αυτό —όπως συνειδητοποιεί ο ίδιος— δεν μπορεί να οδηγήσει σε καμία σωτηρία την ανθρωπότητα: ίσως όμως σώσει τον ίδιο, υπό την έννοια που ένας σαμουράι διαφυλάσσει την τιμή του αυτοκτονώντας τελετουργικά. Είναι ένα χειρόγραφο τόσο παράδοξο, τόσο μοναδικό, τόσο ιδιότυπα γραμμένο, τόσο ακατανόητο (σχεδόν σαν να είναι γραμμένο σε μια χαμένη γλώσσα), τόσο κρυπτικό και έξαλλο, που έξαφνα μοιάζει να φωνάζει μοναδικές αλήθειες, αλήθειες δι’ επιφοιτήσεως, προφητικές και ευαγγελικές — ή αποκαλυπτικές, υπό την έννοια της Κρίσεως. Ωστόσο, είναι και σχεδόν ανυπόφορα γοητευτικό. Ο Κόριμ δεν μπορεί να του αντισταθεί, το κείμενο αντικαθιστά μέσα του όλο τον πραγματικό κόσμο, επισκιάζοντας καθετί άλλο:

«…το χειρόγραφο ενδιαφερόταν μόνο για ένα πράγμα: να περιγράψει τη μέχρι τρέλας περίπλοκη πραγματικότητα, να εντυπώσει στον φαντασιακό του αναγνώστη τις σκηνές με παραληρηματικές λεπτομέρειες και επαναλήψεις, με τρόπο που άγγιζε τα όρια της ψύχωσης, ήταν ως εάν ο συγγραφέας […] να είχε χρησιμοποιήσει, αντί για στιλό και λέξεις, τα νύχια του, για να χαράξει τα πράγματα στο χαρτί και στον φαντασιακό του αναγνώστη, γιατί, παρόλο που η συσσώρευση των λεπτομερειών, των επαναλήψεων και των εμβαθύνσεων καθιστούσε την ανάγνωση δυσχερή, ωστόσο όλα όσα αναλύονταν, επαναλαμβάνονταν, περιγράφονταν σε βάθος, παρέμεναν χαραγμένα για πάντα στο μυαλό […] αυτή η επανάληψη δεν δημιουργούσε εκνευρισμό, άγχος ή ανία στον αναγνώστη, όχι, αντιθέτως του πρόσφερε ένα καταφύγιο» — σ. 233.

Μολονότι δεν μπορεί να επικοινωνήσει με κανέναν πλέον, μολονότι φέρεται σαν νευρωτικός ή και ψυχωσικός, μολονότι έχει καταληφθεί από μια μανική κατάθλιψη που τον αποδιοργανώνει και μεταμορφώνει το καθετί γύρω του σε δυνάμει εχθρό, παραδόξως θα τα καταφέρει: θα πάει όντως στην Αμερική, θα μπορέσει να βρει ένα κατάλυμα για να πληκτρολογήσει το ερμητικό κείμενο, θα ανεβάσει το βιβλίο στο Ίντερνετ, θα δώσει φωνή στον Κόσερ, στον Φάλκε, στον Τοότ και στον Μπενγκάτζα, τους τέσσερις αγγελικούς πρωταγωνιστές του χειρογράφου, θα περιγράψει τα ταξίδια τους στο χρόνο (στη μινωική Κρήτη, στην Κολωνία του 1869, στη Βενετία του 1423, στην Αγγλία του 122, στο Γιβραλτάρ του 1493, στη Ζυρίχη του 1997, στην ίδια τη Βαβέλ του βιβλικού Νεμρώδ) και την απελπισμένη, εκ μέρους τους, αναζήτηση της ομορφιάς, της τάξης, του θαυμαστού και του ωραίου: ήτοι, της ειρήνης, πριν ο επίσης αιώνιος Μάστεμαν, ο διαβολικός, στυγνός, πανταχού παρών καταστροφέας και φορέας των δηώσεων και του πολέμου, καταστρέψει τη μία μετά την άλλη όλες τους τις προσπάθειες, και πριν σβήσει μία-μία κάθε τους ελπίδα, όπως σε μία εύθραυστα ισορροπημένη κατασκευή με ντόμινο, όπου η πτώση του πρώτου κομματιού σημαίνει αναπόφευκτα, μοιραία, την πτώση και του τελευταίου.

Το βιβλίο ξεκινά στα 1997, και τελειώνει πέντε χρόνια πριν (η αφήγηση της αφήγησης υπερκαλύπτει τον πραγματικό χρόνο και τον διασχίζει εγκάρσια, όπως στον Τρίστραμ Σάντι του Στερν ή όπως στο μπορχεσιανό σύμπαν), με θανάτους πάντα, ή με έναν διπλό θάνατο, τον θάνατο ενός και του αυτού ανθρώπου, του αφηγητή και αφηγουμένου Κόριμ ή, αν θέλουμε, του ίδιου τού Λ.Κ. ως αφηγητή, ως μυθιστοριογράφου. Στο μεταξύ όμως αυτό, έχουμε διαβάσει εκατοντάδες σχοινοτενείς προτάσεις γεμάτες μυστήριο και γοητεία («…η ορθότητα ενός συλλογισμού, όσο αξιοσημείωτη κι αν είναι, δεν εξαρτάται από την ακρίβεια ή την ανακρίβειά του […] αλλά από την ομορφιά του […] αυτή η ομορφιά είναι που μας κάνει να πιστέψουμε στην ακρίβειά του» — σ. 25, «…καμιά φορά έχω διάθεση να σταματήσω τα πάντα, να εγκαταλείψω τα πάντα, γιατί κάτι σπάει μέσα μου, και νιώθω κουρασμένος» — σ. 174, «…εάν απέμενε να διατυπωθεί μια μόνο πρόταση ακόμα, εγώ θα τη διατύπωνα ως εξής, αγαπητή μου δεσποινίς: όλα αυτά δεν έχουν νόημα, κανένα απολύτως νόημα — αλλά απομένουν ακόμα πολλές προτάσεις να διατυπωθούν, κι αρχίζει να χιονίζει» — σ. 200), τόσο πολλές που, μολονότι βιάζεσαι να πας παραπέρα στην ανάγνωση (και είναι μια ανάγνωση δύσκολη, απαιτητική), λιγώνεσαι και ξεροκαταπίνεις.

Κανείς θα μπορούσε να ισχυριστεί, όχι εντελώς αβάσιμα, πως ο Λ.Κ. δεν είναι ένας άλλος Μπέρνχαρντ ή Μούζιλ, αλλά ο Κάφκα του καιρού μας. Και, όπως διαβάσαμε εκ των υστέρων εκείνον, καλούμεθα να διαβάσουμε στον καιρό του, τον 21ο αιώνα, αυτόν. Ίσως, δε, καλούμεθα να τον διαβάσουμε πριν να είναι αργά.


Στο επιλογικό, και ημιανεξάρτητο, Μέρος του βιβλίου, οι φαν του Μπέλα Ταρ θα αναγνωρίσουν εύκολα τον πολύ γνωστό μονόλογο του άντρα που έρχεται να αγοράσει παλίνκα, ρακή, από τον αμαξά στο Άλογο του Τορίνο, όπου το τέλος φτάνει και πάλι, για άλλη μια φορά, πάνω στη γη και την καλύπτει με τον άνεμό του και με τη σκόνη του. Στην ταινία το απόσπασμα είναι σχετικά μικρό, περίπου 4 με 5 λεπτά μαζί με τις σιωπές, εδώ η ανάπτυξη του συλλογισμού κρατά επί κάποιες σελίδες σε έναν μεθυσμένο μονόλογο που απευθύνει ο Κόριμ σε έναν κουφό από το αλκοόλ συμπότη του στο μπαρ. Το έργο αυτών των δύο φίλων και μόνιμων συνεργατών, του συγγραφέα-σεναριογράφου Λ.Κ. και του ποιητή-σκηνοθέτη Μπέλα Ταρ, είναι μοναδικής απόκοσμης ομορφιάς, παρά την απαισιόδοξη σκοτεινιά, μάλλον: παρά τη διαρκή ομίχλη και τον καπνό που μαεστρικά το καλύπτουν. Η Μελαγχολία της αντίστασης, το βιβλίο τού Λ.Κ. που κινηματογραφικά ονομάστηκε Οι αρμονίες του Βερκμάιστερ, με ήρωα πάλι έναν αγαθό, ονειροπόλο άντρα και θέμα ένα, και πάλι, αρχαίο μυστικό, ίσως είναι καλή παράλληλη συντροφιά όσο θα διαβάζετε το Πόλεμος και πόλεμος.


ΥΓ. Σχεδόν δεν μπορώ να δω αυτούς τους δύο καλλιτέχνες αυτόνομα: ο ένας είναι ο Πίτερ, ο άλλος είναι ο Μπρίγκελ. Ή, ο ένας είναι ο Ιερώνυμος και ο άλλος ο Μπος. Των δύσκολων χρόνων μας.

Κυριάκος Αθανασιάδης

[ Το κείμενο αυτό πρωτοδημοσιεύτηκε στο τχ. 56 τού The Books' Journal ].

Δευτέρα 10 Αυγούστου 2015

Guillermo del Toro & Chuck Hogan, «Το ίχνος», «Η πτώση», «Η αιώνια νύχτα»


Έμαθα ότι η τριλογία των Guillermo del Toro και Chuck Hogan κυκλοφορεί εδώ και ήδη τρία χρόνια, ολοκληρωμένη, και στα ελληνικά μόλις πρόσφατα, όταν ξεκίνησε η προβολή του δεύτερου κύκλου της σειράς The Strain που βασίζεται στα βιβλία  μία σειρά από την οποία δεν χάνω ούτε ένα επεισόδιο (ένα πολύ μικρό ποσοστό όσων την παρακολουθούν χάνουν κάποιο επεισόδιο, για την ακρίβεια) και η οποία προβάλλεται στην ελληνική συνδρομητική τηλεόραση ταυτόχρονα με το εξωτερικό (για την ακρίβεια, με 24 ώρες καθυστέρηση). Γνωρίζω και εκτιμώ το κινηματογραφικό έργο του del Toro (καθώς και μέρος του εικαστικού του έργου) ήδη από το Mimic του 1997, και είμαι ένας από τους πάμπολλους εκείνους που θεωρούν αριστούργημα το Λαβύρινθο του Πάνα. Πρόκειται για έναν από τους πιο πολυσχιδείς καλλιτέχνες του κινηματογράφου, με επιρροές από όλο το εύρος των τεράστιων γνώσεών του γύρω από ένα πλήθος τομείς  η μελέτη, φέρ’ ειπείν, που έχει κάνει στη ζωγραφική της Αναγέννησης, από τη μία, ή στην κουλτούρα των video games, από την άλλη, δύσκολα βρίσκει το ταίρι της.

Η τριλογία που έγραψε σε συνεργασία με τον Chuck Hogan, συγγραφέα κυρίως Τρόμου, είναι απλώς συναρπαστική και καθηλωτική. Απευθύνεται στους φαν του είδους, προσφέρει μία εντελώς, πέρα για πέρα, ολοκαίνουρια, φρέσκια ματιά στο βαμπιρικό genre, και, ταυτόχρονα, έρχεται να κάτσει στην απέναντι όχθη από τα δεκάδες εφηβικά ρομάντσα με πανέμορφους βρικόλακες που ερωτεύονται νεαρές θνητές και έχουν κατακλύσει την αγορά, προσφέροντας μεν σπουδαίο έργο στην ίδια την αγορά, πράγμα καθαυτό υπέροχο, αλλά ελάχιστα στο είδος που υπηρετούν. Εδώ, στην τριλογία των del Toro - Hogan, οι βρικόλακες δεν είναι όμορφοι και ρομαντικοί, δεν θέλουν να μείνουν στο περιθώριο, δεν ερωτεύονται και δεν κάνουν σεξ: θέλουν απλώς τα πάντα, και τα αρπάζουν: καταστρέφοντάς τα. Επίσης, δεν φορούν κάπες, δεν έχουν μακριούς κυνόδοντες, και δεν μιλούν με κεντροευρωπαϊκή ή σλάβικη προφορά. Είναι σκληροί, ή μάλλον πέραν τού σκληρού, μισούν το σύνολο της ανθρωπότητας, και ταξιδεύουν στις ΗΠΑ σκοπεύοντας να τις διαλύσουν. Για την ακρίβεια, θα τα καταφέρουν να τις διαλύσουν. Αυτό το απέθαντο, αιώνιο πλάσμα, ο Αφέντης, που επί δεκαετίες κυνηγά ανεπιτυχώς ο επιζών του Άουσβιτς Αρμενοεβραίος Αβραάμ Σετρακιάν, πρώην καθηγητής λογοτεχνίας και λαογραφίας —που τώρα θα ενώσει τις δυνάμεις του με τον επικεφαλής του Κέντρου Ελέγχου Νοσημάτων της Νέας Υόρκης, Εφ Γκουντγουέδερ, τον εξολοθρευτή παρασίτων Βασίλι Φετ  και μία ολιγάριθμη και ετερόκλητη ομάδα αντρών και γυναικών—, είναι η προσωποποίηση του αρχετυπικού Κακού, ένας κορυφαίος villain, που επιζητεί και οργανώνει έναν πόλεμο κυριαρχίας ανάμεσα στα βαμπίρ του Παλαιού και του Νέου Κόσμου με επίκεντρο ένα αρχαίο μυστικό κείμενο και με όπλο τούς πιο απεχθείς βρικόλακες-ζόμπι που έχουμε δει ποτέ.

Τα βιβλία διαβάζονται αστραπηδόν, οι περιγραφές των συμπλοκών είναι αρκούντως ωμές, οι πιστοί του είδους θα γοητευτούν, οι σελίδες καταβροχθίζονται με μανία. Μην ψάχνετε τις λογοτεχνικές αρετές που πλημμυρίζουν τον Πάνα εδώ, αλλά το κοφτό, ανελέητο μοντάζ του Pacific Rim. O Guillermo το διασκεδάζει, και μαζί του κι εμείς: διασκεδάζουμε τρομάζοντας.


Οι τρεις τόμοι, που συνιστούν ένα μίγμα θρίλερ, τρόμου και μοντέρνου αστυνομικού μυθιστορήματος που εξαπλώνεται σε 1.500 καλά μεταφρασμένες σελίδες, κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις Λιβάνη, και μάλιστα σε ιδιαίτερα ελκυστική τιμή.

Κερτ Βόννεγκατ, «Αν αυτό δεν είναι ωραίο, τότε τι είναι;»


Ο Βόννεγκατ δεν υπήρξε μόνο ένας σπουδαίος παραμυθάς αλλά και ένας χαρισματικός ομιλητής  ίσως επειδή ήταν ένας τόσο γλυκύς άνθρωπος, στον αντίποδα, ας πούμε, του Χάρλαν Έλισον, για να τον συγκρίνω με έναν άλλο συγγραφέα Επιστημονικής Φαντασίας. Μπορεί οι εμπειρίες του από τον πόλεμο να τον σημάδεψαν ανεξίτηλα σαν καλλιτέχνη (πάντα, αναγκαστικά, αναφέρεται κανείς όταν μιλά γι' αυτόν στο κολαστήριο της πολύπαθης Δρέσδης και στο Σφαγείο Νούμερο Πέντε), αλλά με έναν παράδοξο τρόπο τού δίδαξαν επίσης να είναι πολύ πιο ανθρώπινος, πολύ πιο γλυκύς, πιο ευγενικός. Η Δρέσδη, και ο θείος του:
Ο θείος μου ο Άλεξ Βόννεγκατ, ασφαλιστικός αντιπρόσωπος […] με έμαθε κάτι πολύ σημαντικό. Είχε πει πως όταν τα πράγματα πηγαίνουν πραγματικά καλά πρέπει να φροντίζουμε να τα προσέχουμε και να το αναγνωρίζουμε. Μιλούσε για πολύ απλές περιστάσεις,  όχι για σπουδαίες νίκες. Ίσως το να πίνει κανείς μια λεμονάδα κάτω από τη σκιά ενός δέντρου, ή το να μυρίζει το άρωμα του φρεσκοψημένου ψωμιού που βγαίνει από έναν φούρνο, ή το να ψαρεύει, ή το να αφουγκράζεται τη μουσική που ακούγεται από μια αίθουσα συναυλιών ενώ ο ίδιος στέκεται στο σκοτάδι απέξω, ή, θα τολμούσα να πω, μετά από ένα φιλί. Μου είχε πει ότι σε τέτοιες στιγμές είναι σημαντικό να λέει κανείς φωναχτά: «Αν αυτό δεν είναι ωραίο, τότε τι είναι;»
Αυτή είναι μία από τις συμβουλές στους νέους που δίνει ο Κ.Β. στις ομιλίες του στις τελετές αποφοίτησης (υπήρξε περιζήτητος, και πραγματικά πόσο προνομιούχοι ήταν οι απόφοιτοι που είχαν την τιμή να τον ακούσουν ζωντανά), μεταξύ πολλών άλλων. Όλες τους είναι «απλές», διόλου (ή πάρα πολύ) δύσκολες, και όλες κατατείνουν στο να είναι (στο να είμαστε) «καλοί», να μισούν τη βία και το οφθαλμόν αντί οφθαλμού, και στο να αγαπούν: την ελευθερία, τους άλλους, τον εαυτό τους, τα καθημερινά πράγματα, τις γειτονιές, τις μικρές πράξεις που μπορεί να σημαίνουν τα πάντα για κάποιον. Και τα βιβλία:
Μην εγκαταλείψετε τα βιβλία. Σου δίνουν μια τόσο ωραία αίσθηση — το φιλικό τους βάρος, ειδικό και μη· ο τρυφερός δισταγμός των σελίδων τους όταν τις γυρίζεις με τα ευαίσθητα ακροδάχτυλά σου. μεγάλο μέρος του εγκεφάλου μας είναι αφιερωμένο στο να αποφασίζει αν αυτό που αγγίζουμε με τα χέρια μάς κάνει καλό ή κακό. Κάθε εγκέφαλος που αξίζει μια δεκάρα γνωρίζει ότι τα βιβλία μάς κάνουν καλό.

Ωραίο βιβλίο. Εννέα λόγοι απέναντι σε νεανικό κοινό, που διατηρούν και σήμερα τη φρεσκάδα τους και, εφόσον αντλήσει κανείς από αυτούς ό,τι μπορεί και πρέπει να αντλήσει, την αποτελεσματικότητά τους. Ιδανικό δώρο και για νέους φοιτητές, όχι μόνο για αποφοίτους  για δεκαοχτάρηδες.

Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πατάκη.

Κυριάκος Αθανασιάδης

Παρασκευή 7 Αυγούστου 2015

Άλι Σμιθ, «Πώς να είσαι δύο»


Το Πώς να είσαι δύο της Άλι Σμιθ που κυκλοφόρησε προ ενός μηνός από τις Εκδόσεις Καστανιώτη είναι το πιο απολαυστικό μυθιστόρημα που εκδόθηκε φέτος, κι αυτό που χαίρεται περισσότερο από τα υπόλοιπα γι’ αυτό που είναι — κι αυτό, επίσης, που παίρνει τη λογοτεχνία από το χέρι και την πηγαίνει ένα βήμα πιο εκεί: δεξιά, αριστερά, εμπρός· δεν έχει σημασία, την πάει πιο εκεί. Πρέπει κανείς να παρακολουθεί όλα τα βήματα της Άλι Σμιθ, αυτής της τόσο ιδιότυπης συγγραφέως. Και είναι, βέβαια, ένα διπλό βιβλίο, δύο ιστορίες που η μία παρακολουθεί την άλλη και που αλληλοσυμπληρώνονται με έναν τρόπο απολύτως συγκινητικό και πέρα για πέρα ανθρώπινο (σχεδόν, θα έλεγε κανείς, θωπεύει η μία την άλλη): η ιστορία του Φραντσέσκο Ντελ Κόσσα (γέν. γύρω στα 1435/6, θάν. γύρω στα 1477/8), αυτού του Ιταλού καλλιτέχνη που τόσο λίγα γνωρίζουμε για τη ζωή του, και που τόσο λίγα αλλά σπουδαία έργα του έχουν επιζήσει και ταυτοποιηθεί, και της Τζορτζ, ενός κοριτσιού δεκάξι χρονών που ζει, σήμερα, στο Κέμπριτζ, με τον πατέρα του, τον αδελφό του και τη μητέρα της, που όμως έχει πεθάνει — και η Τζορτζ, βέβαια, δεν το αντέχει αυτό, και προσπαθεί απεγνωσμένα να της μιλά, να την έχει δίπλα της, να ακολουθεί τα βήματά της, να τη μαθαίνει και να τη βλέπει — η μητέρα της ζει, ακόμη, στο πλευρό της Τζορτζ, κι αυτό δεν είναι μόνο αναμνήσεις και καταγραφές, είναι κάτι πολύ παραπάνω.

Το πρώτο μισό μυθιστόρημα (στο δικό μου αντίτυπο: τα μισά είναι, κατόπιν απαιτήσεως της Σμιθ, τραβηγμένα με την ιστορία του Φραντσέσκο πρώτη, και τα άλλα μισά αντίτυπα με την ιστορία της Τζορτζ μπροστά) είναι το μυθιστόρημα του ματιού: τα μάτια είναι που πρωταγωνιστούν εδώ, θέλοντας να αποτυπώσουν τα πάντα, να μιμηθούν τα πάντα και να τα αποδώσουν μετά, ως έχουν. Δηλαδή: να εγγράψουν και να ορίσουν την ταυτότητά τους. Τα μάτια του Φραντσέσκο είναι αχόρταγα, ρουφούν το περιβάλλον του και διεισδύουν στους πίνακές του: τα ζωγραφίζει στους τοίχους και, μέσω αυτών, βλέπει και, με κάποιον τρόπο, εξακολουθούν να βλέπουν, για πάντα: για παράδειγμα την Τζορτζ, σήμερα, που τον μελετά και ερευνά τη ζωή του. Το δεύτερο μισό μυθιστόρημα είναι το μυθιστόρημα της κάμερας: η κάμερα του iPad, των κινητών, αλλά και όλες οι άλλες, καταγράφουν και απαθανατίζουν εικόνες και διαδρομές: από ό,τι έχει χαθεί, από ό,τι έχει βουλιάξει στο παρελθόν ή απλώς έχει πεθάνει — οπότε, και πάλι κατά κάποιον τρόπο: εικόνες από ό,τι δεν έχει πεθάνει αμετάκλητα. Και είναι επίσης ένα μυθιστόρημα κίνησης (οι κάμερες το επιτρέπουν αυτό), ταξιδιού και μαθητείας. Αλλά και το πρώτο μισό είναι ένα μυθιστόρημα μαθητείας: έχουμε δύο μισά ενός λογοτεχνικού γεγονότος εδώ, που συνομιλεί με τον εαυτό του προσπαθώντας να αποφύγει την αυτοσυντριβή του  να οριστεί και να ζήσει.

Και τα δύο μισά είναι, έτσι, μυθιστορήματα επανεύρεσης ή και δημιουργίας ενός εγώ, ενός προσώπου που θέλει να προσδιοριστεί μέσα στον κόσμο. Ακόμη, είναι μυθιστορήματα δημιουργίας του φύλου: ο Φραντσέσκο γίνεται Φραντσέσκα που ήταν Φραντσέσκο, το κορίτσι γίνεται αγόρι για να διδαχτεί την τέχνη της ζωγραφικής, κρύβεται σε αγορίστικα ρούχα, και κατόπιν σε αντρικά, είναι ένας καλά κρυμμένος εαυτός που χαίρεται να παραπετάει, σχεδόν, αυτοπροσωπογραφίες του μέσα σε μεγάλες θρησκευτικές ή κοσμικές συνθέσεις: ναι, γιατί να μην ήταν κορίτσι ο Φραντσέσκο Ντελ Κόσσα, λέει η Άλι Σμιθ; Ξέρουμε τόσο λίγα γι’ αυτόν/αυτήν. Αλλά και η Τζορτζ: ένα κορίτσι με αγορίστικο όνομα, που δεν μπορεί να αντέξει το εξοντωτικό παρόν του και τρέχει γύρω-γύρω από το πρόσωπό της για να ανακαλύψει έναν άλλο εαυτό και ένα άλλο παρόν, για να αποδράσει από τον εσωτερικό του λαβύρινθο και από τον τρομερό Μινώταυρο που ενοικεί εκεί χρησιμοποιώντας το κουβάρι της τέχνης, και της μνήμης (και της γνώσης), ή για να ερωτευτεί ένα άλλο κορίτσι, ένα κορίτσι σχεδόν χωρίς όνομα (ή ίσως όλα τα κορίτσια), και για να μπορέσει να δει καταφατικά το φύλο του, τις απορίες του και τα δάκρυά του.

Και τα δύο μισά μιλούν με τρομερή, υπέροχη λεπτομέρεια για τη ζωγραφική σαν κάτι φτιαγμένο από τα μάτια και τα χέρια, όχι από κάτι υπερκόσμιο, περιγράφουν με συγκλονιστικό τρόπο πίνακες (είναι αδύνατον να αντισταθεί κανείς και να μην γκουγκλάρει τους πίνακες για να τους βλέπει διαβάζοντας το βιβλίο), αναλύουν εικαστικές συνθέσεις, αναμιγνύουν υλικά για να φτιάξουν χρώματα, απλώνουν γύψο πάνω στους γερούς τοίχους για να ιστορήσουν το φρέσκο, τραβούν φωτογραφίες και τις τυπώνουν, γεμίζουν μ’ αυτές άλλους γερούς τοίχους — και όλα αυτά με έναν τρόπο συναρπαστικό και λαχταριστό, σπαρταριστό.

Δεν είναι ένα εύκολο βιβλίο, αλλά είναι ταυτόχρονα ένα βιβλίο που διαβάζεται με ταχύτητα και προσμονή. Και που (σαφώς) ξαναδιαβάζεται ύστερα, ίσως με άλλη σειρά, ή ίσως με την ίδια: πρώτα με το ένα μισό, έπειτα με το άλλο: υπάρχουν μυστικά εκεί, και λέξεις, που αξίζει να ανακαλυφθούν.

Η μετάφραση του Νίκου Α. Μάντη (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του συγγραφέα Νίκου Λαμπρόπουλου) είναι ένα έργο τέχνης από μόνη της, επίσης. Ευτυχώς, ειδάλλως το βιβλίο θα μαράζωνε. Όμως τώρα θάλλει.

Κική Τσιλιγγερίδου



Δευτέρα 3 Αυγούστου 2015

Lauren Beukes, «Τα λαμπερά κορίτσια»


Το μυθιστόρημα της Νοτιοαφρικανής Μπιούκες την οποία μάς συστήνουν για πρώτη φορά στα ελληνικά οι Εκδόσεις Bell είναι ένα πάντρεμα πολλών ειδών (τρόμου —με καθ’ έξιν δολοφόνο—, επιστημονικής φαντασίας —με ταξίδι στο χρόνο—, αστυνομικό, δράσης, ιστορικό…), αλλά όχι ένα «λίγο απ’ όλα» βιβλίο: είναι μια κατηγορία από μόνο του, και αν κάτι καταφέρνει η συγγραφέας του είναι να αποδείξει ότι η αφηγηματική τεχνική της είναι ακονισμένη σαν το πτυσσόμενο μαχαίρι του χωλού, ψυχρού και απίστευτα σκοτεινού πρωταγωνιστή της, που σκοτώνει τα «λαμπερά κορίτσια» του υπακούοντας σε ένα σχέδιο που δεν μπορεί να κατανοήσει, και που τον ξεπερνά.

Ο Χάρπερ, ο ακούσιος χρονοταξιδιώτης, ξεκινά το τρομακτικό έργο του από την εποχή της Ποτοαπαγόρευσης, πηδά από χρονιά σε χρονιά με άλματα, επιστρέφει πίσω, δοκιμάζει και μαθαίνει, και φτάνει μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας τού ’90, καθώς το Σπίτι που τον έχει φυλακίσει του δίνει τη δυνατότητα να παίζει με το χρόνο —και με τα θύματά του— και να κρύβεται στις πτυχώσεις του. Εξαιρετικό εύρημα, που από μόνο του αρκεί για να σχεδιαστεί και να γραφτεί ένα ανατριχιαστικό βιβλίο τρόμου και αγωνίας, που, από την άλλη, δεν περιέχει πολλές σαδιστικές κορυφώσεις (σχεδόν καμία: η Μπιούκες δεν θέλγεται από την αναπαράσταση της βίας και ρίχνει βιαστικά ένα πέπλο στις σπλάτερ σκηνές — δεν είναι αυτό το θέμα της), αλλά που είναι ακριβώς αυτό: τρομακτικό και αγωνιώδες. Και ευφάνταστο. Τόσο ευφάνταστο μάλιστα, που ενδεχομένως θα γεννήσει μελλοντικά ένα υποείδος, με χρονοταξιδιώτες serial killers — ο χρόνος θα δείξει.

Εντυπωσιάζει στο βιβλίο, επίσης, η πολλή και πολύ σοβαρή δουλειά στην έρευνα που προηγήθηκε, καθώς τα στοιχεία που δίνονται για μία σειρά από πλευρές της ζωής κατά τις δεκαετίες ιδίως τού ’30 και του ’40 στο Σικάγο, την πόλη όπου διαδραματίζεται η κυρίως και οι δευτερεύουσες υποθέσεις του βιβλίου, από τα υπαίθρια λούνα-παρκ με τις παράδοξες ατραξιόν μέχρι τις μεθόδους της αστυνομικής έρευνας, και από το βιαστικό χτίσιμο πλοίων για τον πόλεμο μέχρι τις φυλετικές διακρίσεις και την απαρχή του αγώνα για τα ανθρώπινα δικαιώματα των μαύρων. Ξεχωριστή μνεία πρέπει ασφαλώς να γίνει στην πρωταγωνίστρια, το μόνο «λαμπερό κορίτσι» που σώζεται από το μαχαίρι του Χάρπερ και που βάζει σκοπό της ζωής της να τον ανακαλύψει και να εκδικηθεί, στη σχέση της με τον μέντορά της, καθώς και στην καθημερινότητά τους μέσα σε μια μεγάλη εφημερίδα. Η Κέρμπι είναι ένας εξαιρετικά καλοσχηματισμένος χαρακτήρας, και οι αναγνώστες θα τη συμπαθήσουν πολύ: αυτό το μυθιστόρημα είναι, επίσης, και ένα φεμινιστικό βιβλίο.


Πολύ καλή, όπως πάντα άλλωστε, η μετάφραση του χαλκέντερου Μιχάλη Μακρόπουλου.

Κυριάκος Αθανασιάδης

Κυριακή 2 Αυγούστου 2015

Κάρι Χεστχάμαρ, «So long, Marianne»




«Όποιος έχει ζήσει στην Ύδρα δεν μπορεί να ζήσει οπουδήποτε αλλού, ούτε καν στην Ύδρα», είπε ο Άξελ Γένσεν στη Μαριάννε Ιλέν, και κάπως έτσι ήταν τα πράγματα γι' αυτούς.

Ο Άξελ και η Μαριάννε, Νορβηγοί και οι δύο, γνωρίστηκαν στο παγωμένο Όσλο, στην τρυφερή ηλικία των 19 ετών. Ο Άξελ ήθελε να γίνει συγγραφέας, η Μαριάννε δεν ήξερε ακόμη τι θα 'θελε να κάνει (και δεν έμαθε για πολλά χρόνια μετά). Ο Άξελ τα κατάφερε. Μετά από ένα μεγάλο ταξίδι που έκανε στη Σαχάρα, όπου έζησε με τους Τουαρέγκ, επέστρεψε στη Νορβηγία, έγραψε το πρώτο του βιβλίο με το οποίο έγινε αμέσως πολύ γνωστός, πήρε το κορίτσι του, τη Μαριάννε, και πήγαν να ζήσουν στην Ύδρα. Στην Ύδρα του 1956, χωρίς ρεύμα και τρεχούμενο νερό στα σπίτια. Ήταν, και οι δυο, 22 χρονών.

Γιατί στην Ύδρα; Η Ελλάδα ήταν ακόμη τότε για την Ευρώπη ένας τόπος ανεξερεύνητος και συνάμα γοητευτικός. Οι νέοι ήθελαν να δουν από κοντά τους Δελφούς και την Επίδαυρο, να ζήσουν σε ένα ελληνικό νησί. Μετά το Παιδί και το Δελφίνι, η Ύδρα έγινε τόπος στον οποίο έζησαν για μικρό ή μεγάλο χρονικό διάστημα ξένοι καλλιτέχνες από την Ευρώπη, τις ΗΠΑ, τον Καναδά.

Εκεί λοιπόν ριζώνουν η Μαριάννε και ο Άξελ, και λέω ριζώνουν γιατί αγόρασαν κι ένα σπίτι. Το νησί τούς αγκαλιάζει και τους αποθεώνει. Οι ξένοι είναι ξανθοί και όμορφοι και έχουν ένα παιδί κατάξανθο, με μαλλιά σχεδόν λευκά από τον ήλιο. Τους προσκαλούν εφοπλιστές και αστοί της Αθήνας σε πάρτι και εκδηλώσεις σε σκάφη και σπίτια, στην Ύδρα, στο Κολωνάκι, παντού. Τόσο εύκολο ήταν τότε για τους ξανθούς, ξένους και όμορφους να ενσωματωθούν στην υψηλή κοινωνία της Ελλάδας των mid 50's.

Περιγράφει ο Κόεν αργότερα:

Ήταν όλοι τους νέοι και όμορφοι και ταλαντούχοι, βουτηγμένοι στη χρυσόσκονη. Καθένας τους είχε μοναδικά, ιδιαίτερα ταλέντα. Έτσι, φυσικά, φαντάζει πάντα η νιότη, αλλά στο υπέροχο εκείνο πλαίσιο της Ύδρας τα πάντα διογκώνονταν. Έλαμπαν, όλοι τους. Στα μάτια μου, ήταν όλοι υπέροχοι. Τα λάθη που κάναμε ήταν λάθη σημαντικά, οι απιστίες μας απιστίες με σημασία. Ο,τι κάναμε ήταν λαμπερό και σημαντικό. Έτσι είναι η νιότη.

Ο Άξελ εγκαταλείπει τη Μαριάννε και το νεογέννητο παιδί τους για μιαν άλλη γυναίκα, και τότε η Μαριάννε γνωρίζει τον Λέναρντ Κόεν, σε ένα μπακάλικο στην Ύδρα. Ο Κόεν ερωτεύεται την όμορφη Νορβηγίδα και ζουν μαζί, στην Ύδρα, για σχεδόν δέκα χρόνια, στο σπίτι που είχε αγοράσει ο Κόεν στο νησί.

Το βιβλίο περιγράφει γλαφυρά έναν τρόπο ζωής που έκαναν εκείνη την εποχή πολλοί νέοι, την ελευθεριότητά του, τους πειραματισμούς του, τα ταξίδια τους, μια μποέμικη κατάσταση στην οποία η Μαριάννε παρασύρθηκε, εν μέρει και λόγω της ομορφιάς της, αλλά με την οποία ποτέ δεν συμφώνησε απολύτως. Περιγράφει την Ύδρα της δεκαετίας του '50. Οι ξένοι δεν ξεχώριζαν μόνο από την εμφάνισή τους αλλά και λόγω του τρόπου της ζωής τους. Στη Μαριάννε κάνει εντύπωση το πόσο λίγες Ελληνίδες από την Ύδρα γνωρίζει όσο ζει στο νησί. Τις βλέπει μόνο τις Κυριακές, όταν κάνουν βόλτα με τα καλοντυμένα παιδιά τους στο νησί.

Όποιος περιμένει, διαβάζοντας το So Long, Marianne, να μάθει κάτι περισσότερο για τον Κόεν, δε θα ικανοποιηθεί. Το βιβλίο αυτό περιγράφει την ιστορία της Μαριάννε, που είναι ενδιαφέρουσα όχι επειδή η ίδια η Μαριάννε διακρίνεται για κάτι, αλλά επειδή η ομορφιά και η τύχη της της χάρισαν μια ζωή που λίγοι είχαν την ευκαιρία να βιώσουν και που τη μοιράστηκε κάποια χρόνια με ανθρώπους-θρύλους: κυρίως τον Κόεν, αλλά και τον Άξελ. Επειδή η Μαριάννε έζησε μια θύελλα μεταξύ Ύδρας, Όσλο, Μόντρεαλ και Παρισιού.

Το βιβλίο είναι ενδιαφέρον και για έναν επιπλέον λόγο: τα ένθετα με τις φωτογραφίες της Μαριάννε, του Άξελ Γένσεν και του Λέναρντ Κόεν στην Ύδρα, αλλά και τις επιστολές που αντάλλασσε η Μαριάννε με τους δυο τους.

Η σχέση των δύο νέων τελειώνει άδοξα. Περιγράφει ο Κόεν αργότερα:

Όπως κάθε νέος συγγραφέας, όπως κάθε νέος άνθρωπος, λαχταρούσα εμπειρίες. Ήθελα πολλές γυναίκες, ήθελα πολλές διαφορετικές εμπειρίες, πολλές χώρες, πολλά κλίματα, πολλές ερωτικές σχέσεις. Δεν το καταλάβαινα τότε, αλλά ήταν απολύτως φυσιολογικό να αντικρίζω τη ζωή σαν να ήταν μπουφές γεμάτος όλων των ειδών τις γεύσεις. Μέχρι που κατάλαβα ότι τίποτα δεν θα μου έφτανε ποτέ. Αλλά μου πήρε μια ολόκληρη ζωή να το συνειδητοποιήσω και να το αποδεχτώ. Παιδιά ήμαστε και ζούσαμε σε μια εποχή όπου όλα τα δεδομένα ανατρέπονταν. Δεν θέλαμε να ακολουθήσουμε τα παλιά πρότυπα, θέλαμε όμως να διατηρήσουμε ό, τι θεωρούσαμε καλό και όμορφο… Καμιά από εκείνες τις σχέσεις δεν επέζησε -- επέζησαν μόνο στη μνήμη μας, για να τις τιμούμε και να αναγνωρίζουμε πόσα πολλά μας έδωσαν εκείνες οι εμπειρίες.


Πολύ ωραία η έκδοση από τις εκδόσεις Ποταμός και η απευθείας από τα νορβηγικά μετάφραση της Κρυστάλλης Γλυνιαδάκη.

Κική Τσιλιγγερίδου


Πέμπτη 30 Ιουλίου 2015

Antoine Bello, «Έρευνα για την εξαφάνιση της Εμιλί Μπρυνέ»


Ένας φόρος τιμής στην Άγκαθα Κρίστι, ένα πανέξυπνο αστυνομικό μυθιστόρημα που ακολουθεί την παράδοση των whodunnit ιστοριών μυστηρίου και φόνου της παλιάς σχολής επιχειρώντας, και καταφέρνοντας, να εκμοντερνίσει το είδος, με γράψιμο δροσερό και ανάλαφρο, ειρωνικό και αυτοσαρκαστικό όπως του πρέπει, και με δομή αρκούντως «παραδοσιακά» πρωτότυπη, παρωδία και παρωδία παρωδίας ταυτόχρονα, η Έρευνα για την εξαφάνιση της Εμιλί Μπρυνέ απευθύνεται πρωτίστως στους ρέκτες της Άγκαθα —τόσο επειδή ο ίδιος ο Antoine Bello την ξέρει καλά, την έχει μελετήσει επισταμένως και την αγαπά, όσο και γιατί μπορεί εύκολα, για τους ίδιους λόγους, να την αποδομήσει, ακόμη όμως και να προσποιηθεί ότι την αποκαθηλώνει— όσο και στους φαν του αστυνομικού εν γένει. Θα έλεγε κανείς, ένα αμιγώς καλοκαιρινό ανάγνωσμα.

Γραμμένη υπό μορφήν ημερολογιακών καταχωρίσεων ενός πρώην αστυνομικού επιθεωρητή με 100% λυμένες υποθέσεις στο παλμαρέ του, που όμως μετά από ένα ατύχημα πάσχει από «προχωρητική αμνησία» —η μνήμη του δεν δημιουργεί πια νέες αναμνήσεις: κάθε πρωί έχει ξεχάσει εντελώς τα γεγονότα της προηγούμενης ημέρας, οπότε αναγκάζεται να καταγράφει κάθε βράδυ την πορεία των ερευνών του, ώστε να τα γνωρίζει την επομένη—, του Ασίλ Ντυνό (όνομα που σαφώς παραπέμπει στον Ηρακλή Πουαρό, αλλά και στον ποεδικό-αρχετυπικό Ογκίστ Ντιπέν), ο οποίος έρχεται σε σφοδρή, πλην εξόχως ευγενική, «αριστοκρατική» αντιπαράθεση με τον υπ’ αριθμόν 1 ύποπτο του διπλού φονικού, ενός καθηγητή γνωσιακής ψυχολογίας, του Κλωντ Μπρυνέ, που είναι εξπέρ στον τομέα του και έχει αναπτύξει σχεδόν υπερφυσικές μνημοτεχνικές μεθόδους, οπότε, σε αντίθεση με τον επιθεωρητή, μπορεί να θυμάται τα πάντα, η Έρευνα επιστρατεύει το… φάντασμα του Ηρακλή Πουαρό, τον οποίο ο Ντυνό γνωρίζει τέλεια και θαυμάζει απεριόριστα, για να διαλευκάνει ένα έγκλημα που φαίνεται απλώς αδύνατον να εξιχνιαστεί. Ο χορός των στοιχείων και των «κειμενικών κωδικών σημείων» είναι λαμπρός και καταιγιστικός, οι ανατροπές και τα σημεία καμπής έξοχα, και η μονομαχία των δύο αντρών εφάμιλλη των κλασικών που έχουν χαραχτεί από νεανικά διαβάσματα στη μνήμη μας. Και όλα αυτά σε ένα κείμενο που θέλει να παραμείνει στη σκιά των γιγάντων, παρωδιακό και δοξαστικό περισσότερο και όχι αποκαθηλωτικό.

Ούτε ένα, ούτε δύο, αλλά τριάντα τέσσερα βιβλία της Άγκαθα Κρίστι μνημονεύονται εδώ, και όλα τους παρατίθενται στο Παράρτημα που ακολουθεί τις χρήσιμες Σημειώσεις της μεταφράστριας και της επιμελήτριας, σαν ένας φόρος τιμής, αν μη τι άλλο, της ελληνικής έκδοσης στο Λυχνάρι, τον εκδοτικό Οίκο που μας γνώρισε, μεταξύ άλλων «ελαφρών» αναγνωσμάτων της παραλογοτεχνίας, το έργο της Άγκαθα Κρίστι.


Η πολύ όμορφη μετάφραση είναι της Τιτίκας Δημητρούλια. Στις Εκδόσεις Πόλις κυκλοφορούν άλλα δύο μυθιστορήματα του Bello, οι Παραχαράκτες και οι Ιχνηλάτες.