Τρίτη 23 Ιουνίου 2015

Edgar Allan Poe, «Το Ημερολόγιο του Ιουλίου Ρόντμαν»


Πιάνοντας στα χέρια σου τον συγκινητικά όμορφο τόμο Το Ημερολόγιο του Ιουλίου Ρόντμαν του Edgar Allan Poe, από τις εκδόσεις «Περισπωμένη» σε αριστοτεχνική μετάφραση του Μιχάλη Παπαντωνόπουλου, νιώθεις σαν να ’χεις ξεκρεμάσει έναν παλιό πίνακα από τον τοίχο, να τον έχεις βγάλει από την κορνίζα του και να τον βαστάς δίπλα στην καρδιά σου προσπαθώντας να αφουγκραστείς τις γραμμές του. Είναι ένα παλλόμενο έργο — μια γκραβούρα ίσως, ή μια καλλιτεχνική δαγεροτυπία. Κάτι εύθραυστο και ακριβό. Ή, νιώθεις σαν να κρατάς στο χέρι σου ένα βαρύ ποτήρι γεμάτο κατά το εν τρίτον με ένα πολύ παλιό μολτ.

Πλούσια έκδοση, δωρική και αρχοντική συνάμα, κομψή και στέρεη — ζηλευτή. Η τέχνη της παραδοσιακής τυπογραφίας, σχεδόν ιαπωνικών καταβολών παρά την καθαρά ευρωπαϊκή της ταυτότητα, θεραπεύεται ακόμη από κάποιους λίγους στην Ελλάδα: όλοι τους γνωρίζουν ότι τα βιβλία τους δεν πρόκειται, εκτός από ελαχιστότατες περιπτώσεις, να τύχουν ευρείας αποδοχής, να αγοραστούν πολύ, να αγαπηθούν πλατιά. Πράγματα που σαφώς και έχουν σημασία, μα που δεν μπορούν να σε επηρεάσουν. Όχι όταν σε καίνε οι ωραίες χρυσές τομές των παλιών μαστόρων σε μια καλά ισορροπημένη σελίδα τίτλου. Ή η αυστηρή γλυκύτητα των Απλών στοιχείων με τις λυγερές πατούρες, το αναγκαίο έρμα του πολυτονικού, τα αριστοκρατικά, φαρδιά περιθώρια, το κιμπάρικο χαρτί, η προσεκτική στοιχειοθεσία, η ορθή διαστίχωση, η τυπική σελιδαρίθμηση, οι τηλεγραφικές πληροφορίες του κολοφώνα, του πιο ποιητικού μέλους τού όλου βιβλίου, η καλά ραφτή βιβλιοδεσία, ή οι θαυμαστά τυπωμένες εφτά έγχρωμες ξυλογραφίες που κοσμούν τον συγκεκριμένο τόμο: εδώ ο εκδότης-επιμελητής κάνει θαύματα, απλώς υπακούοντας στην παράδοση, με δυο-τρεις ωραίες, διακριτές πινελιές προσωπικού touch.

Το ημιτελές αυτό μυθιστόρημα του Πόε —ημιτελές καθώς σταμάτησε πλέον να τον απασχολεί μετά τη σύγκρουσή του με τον εκδότη του περιοδικού όπου δημοσιευόταν σε συνέχειες (1840), για να επιδοθεί εφεξής στο κυρίως διήγημα, αποσπώντας έτσι άσπλαχνα από τα χέρια μας έναν δεύτερο Άρθουρ Γκόρντον Πιμ (1838)—, εφόσον μιλάμε ακριβώς γι’ αυτό τον επιβλητικό πυλώνα των αμερικανικών Γραμμάτων που επηρέασε όσο λίγοι την Ιστορία της παγκόσμιας πεζογραφίας χαράσσοντας τη μοίρα δεκάδων, εκατοντάδων λογοτεχνών σε Αμερική και Ευρώπη (και στην Ελλάδα), που άφησε το βαθύτερο χάραγμα στην ποίηση του 19ου αιώνα, που όρισε πλειάδα νέων genre και που αποτέλεσε, και αποτελεί, έναν πελώριο σκοτεινό φάρο, έναν κολοφώνα — το Ημερολόγιο του Ιουλίου Ρόντμαν, λοιπόν, καθαυτό περνά σε δεύτερη μοίρα. Τούτο εδώ είναι ένα βιβλίο που οι ρέκτες οφείλουν να έχουν: τόσο οι θαυμαστές του μεγάλου ρομαντικού, όσο και οι λάτρεις της τυπογραφίας.

Η χαοτική ανάγκη που ώθησε τον Ιούλιο Ρόντμαν να είναι ο πρώτος λευκός, ο πρώτος «πολιτισμένος», που διέσχισε τα άγρια Βραχώδη Όρη ανεβαίνοντας τον Μιζούρι με δυο φαρδιές πιρόγες και μια παρέα δεκαπέντε ακόμη πιονέρων, περιπέτεια που αποτυπώνει, εδώ, στις καταχωρίσεις του Ημερολογίου του, και που κλιμακώνεται σελίδα τη σελίδα και Κεφάλαιο το Κεφάλαιο (για να διακοπεί απότομα, προς δυστυχία μας), είναι μια ανάγκη, όχι να εξερευνήσει απλώς την ερημιά, αλλά να εισχωρήσει μέσα στη μήτρα της, κατεβαίνοντας όλο και πιο χαμηλά στα σπήλαια του Αγνώστου, ενός χώρου «ψυχολογικού» και εγκεφαλικού: και εδώ συναντούμε αντιστικτικές ομοιότητες με τον θαλασσινό Πιμ. Οι περιγραφές του φυσικού τοπίου είναι θεαματικές, οι συναντήσεις με τους Ινδιάνους όσο «ρατσιστικές» θα περιμέναμε από τον Πόε (ή φυσικά και από τον Λάβκραφτ), οι διακυμάνσεις του ηθικού των λευκών εισβολέων μάς προδιαθέτουν για μεγάλες συγκινήσεις. Που ίσως, ποιος ξέρει, κάποτε ανακαλυφθούν: ίσως κάπου να υπάρχουν η συνέχεια και το τέλος, σε ένα μάτσο χειρόγραφα μέσα σε κάποιο σεντούκι. — Αλλά ας είναι· έστω και έτσι, το βιβλίο είναι εξαίσιο.

Η «Περισπωμένη» του Σωτήρη Φασούλα (ή Σελαβή, όπως τον ξέρουμε καλύτερα από το ποιητικό του έργο) έχει τέσσερα χρόνια που δραστηριοποιείται, τέσσερα από τα πιο δύσκολα χρόνια στην ιστορία των ελληνικών εκδόσεων, και της οφείλουμε ήδη πολλά. Ελπίζουμε να συνεχίσει με το ίδιο πάθος, και να μη ρουφηχτεί από το παμφάγο ελληνικό Μάελστρομ.

Κυριάκος Αθανασιάδης

Έμα Χίλι, «Χάρτινη Μνήμη»


«Το σπίτι είναι γεμάτο χαρτάκια, στοιβαγμένα ή κολλημένα σε διάφορες επιφάνειες. Λίστες για ψώνια και συνταγές, τηλεφωνικοί αριθμοί και ραντεβού, σημειώσεις για πράγματα που έχουν ήδη συμβεί. Η χάρτινη μνήμη μου. Υποτίθεται ότι με αποτρέπει από το να ξεχνάω. Η κόρη μου όμως μου λέει ότι χάνω τα σημειώματα. Κι αυτό το γράφω. Παρ΄ όλα αυτά, αν η Ελίζαμπεθ είχε όντως τηλεφωνήσει, θα είχα το σχετικό σημείωμα. Δε μπορεί να τα έχω χάσει όλα. […] Νομίζω ότι κάτι άκουσα στις χθεσινές ειδήσεις. Κάτι για μια ηλικιωμένη. Και τώρα η Ελίζαμπεθ εξαφανίστηκε».

Elizabeth is missing (Η Ελίζαμπεθ εξαφανίστηκε) είναι ο πρωτότυπος τίτλος τού εξαιρετικά πρωτότυπου βιβλίου της Έμας Χίλι, και η απόδοσή του (πολύ πετυχημένη, αν με ρωτάτε), στα ελληνικά είναι Χάρτινη μνήμη.

Άκου τώρα: η Έμα Χίλι είναι μόλις 28 χρονών και έγραψε ένα βιβλίο, σε πρώτο πρόσωπο παρακαλώ, για μια ηλικιωμένη που πάσχει από γεροντική άνοια. Και το βιβλίο αυτό είναι υπέροχο, διαβάζεται απνευστί, έχει αυτό το σκοτεινό χιούμορ των Βρετανών που τόσο πολύ αγαπώ, είναι διασκεδαστικό και έχει και πολύ ενδιαφέρουσα υπόθεση!

Η Μοντ είναι 82 ετών, μητέρα και γιαγιά, και προσπαθεί να δρασκελίσει την κάθε μέρα με τη βοήθεια της χάρτινης μνήμης της: δεκάδες, εκατοντάδες χαρτάκια τής υπενθυμίζουν τα πάντα: τι μέρα είναι, να μη βγει από το σπίτι, να μην πάει στον μπακάλη κι αν πάει, να μην πάρει άλλες κονσέρβες κομπόστα ροδάκινο. Της υπενθυμίζουν τα ραντεβού της με την καλύτερη, τη μοναδική της φίλη, την Ελίζαμπεθ. Όμως η Ελίζαμπεθ εξαφανίστηκε. Η Μοντ, στις στιγμές της διαύγειάς της, το λέει σε όλους: στην κόρη της, στη φροντίστριά της, στην αστυνομία, βάζει μέχρι και αγγελία. Όμως η Ελίζαμπεθ δεν είναι στο σπίτι της. Πήγε πολλές φορές να τη βρει και δεν ήταν εκεί.

Η Μοντ με τη θρυμματισμένη μνήμη της και τα χαρτάκια της το παίρνει απόφαση και αρχίζει να ερευνά μόνη της την υπόθεση. Η σκέψη της την πηγαίνει σιγά-σιγά στο παρελθόν, λίγο μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Πώς μπορεί να συνδέεται η υπόθεση της εξαφανισμένης από χρόνιας αδελφής της με την εξαφάνιση της Ελίζαμπεθ; Τι είδους παιχνίδια μπορεί να της παίζει το γερασμένο και άρρωστο μυαλό της;...

Η Έμα Χίλι αφηγείται τις δύο ιστορίες παράλληλα, σαν θραύσματα της μνήμης της Μοντ. Η Ελίζαμπεθ και η Σούκι. Η φίλη της Μοντ και η αδελφή της. Το μυστήριο και η λύση του. Η δικαίωση της Μοντ, όπώς έρχεται, είναι αναπάντεχη ακόμη και για την ίδια.

Υπέροχο, υπέροχο βιβλίο, έξυπνα γραμμένο κι ευκολοδιάβαστο, διαβάζεται με μια ανάσα.

Chapeau, Έμα Χίλι! Chapeau, Εκδόσεις Μίνωας!

Κική Τσιλιγγερίδου

Σάββατο 20 Ιουνίου 2015

Τζόναθαν Λέθεμ, «Οι κόκκινες βασίλισσες»


Ίσως δεν είναι το σημαντικότερο στοιχείο του βιβλίου (σίγουρα δεν είναι), αλλά οι Κόκκινες Βασίλισσες με έκαναν για μια ακόμη φορά να αναστενάξω με παράπονο που δεν γεννήθηκα στη Νέα Υόρκη. Εκεί όπου αρχίζουν όλα, εκεί όπου θέλοντας και μη είσαι μπροστά στις εξελίξεις, μπροστά στη σκέψη, εκεί όπου γεννιούνται νέα ρεύματα τέχνης, εικαστικών, μουσικής, εκεί όπου είναι αυτονόητο να μην ξέρεις να οδηγείς (και μάλιστα χαρακτηριστικό των Νεοϋορκέζων) γιατί διασχίζεις και μετακινείσαι στην πόλη με τον Υπόγειο, εκεί όπου αρχίζουν όλα. 

Όλα; Όχι, ο κομμουνισμός και ο ριζοσπαστισμός σίγουρα δεν έχουν τις ρίζες τους στη Νέα Υόρκη, ούτε καν στη χώρα που φιλοξενεί τη μητρόπολη. Κι όμως, στη Νέα Υόρκη υπήρξε ο πυρήνας των Αμερικανών κομμουνιστών τη δεκαετία του '60 και νωρίτερα, το Γκρίνουιτς Βίλατζ έγινε λίκνο της αντικουλτούρας και των μπίτνικ, σκηνή για καλλιτέχνες-σύμβολα, για ζωγράφους και συγγραφείς. Στη Νέα Υόρκη κορυφώθηκε άλλωστε και το (αμφιλεγόμενο) κίνημα Occupy, στις μέρες μας.

Ποιοι είναι αυτοί οι Αμερικανοί που τόσο μακριά από εκεί όπου έχουν τις ρίζες τους τα πολιτικά ρεύματα, τόσο μακριά από εκεί όπου γράφεται ο κορμός της Ιστορίας τους, την Ευρώπη, εκφράζουν την αντίθεσή τους στο οικονομικό και πολιτικό μοντέλο των ΗΠΑ; Είναι η Ρόουζ και η Μίριαμ, οι Κόκκινες Βασίλισσες. Η Ρόουζ Τσίμερ, κομμουνίστρια και Εβραία, ζει και «βασιλεύει» στο Σανισάιντ Γκάρντενς, στο Κουίνς, και έχει στο σπίτι της σε λατρευτική θέση το πορτραίτο του Αβραάμ Λίνκολν. Δυναμική, εκρηκτική, βασίλισσα της υπερβολής, η Ρόουζ είναι αυτό που η οικογένειά της αγαπά να μισεί. Ο σύζυγός της Άλμπερτ, αριστοκράτης Γερμανοεβραίος, την εγκαταλείπει για να πάει να ζήσει στην Ανατολική Γερμανία. Η Μίριαμ, πάλι, παθιασμένη ακτιβίστρια, ήδη από τα δεκάξι της δραπετεύει από την επιρροή της μητέρας της, της Ρόουζ, γινόμενη μία άλλη Ρόουζ και η ίδια, και ενσωματώνεται στο ρεύμα που πλάθει το Γκρίνουιτς Βίλατζ. 

Μέσα από τη δική τους ιστορία, και το πλήθος των ανθρώπων που τις περιστοιχίζουν, ο Τζόναθαν Λέθεμ πατά σε ιστορικά γεγονότα και περιγράφει το προφίλ του ριζοσπαστισμού στη Νέα Υόρκη, από το 1930 ως τις μέρες μας, το κομμουνιστικό κίνημα, τον αγώνα για τα δικαιώματα των Αφροαμερικανών, τις κομμούνες της δεκαετίας του '70, το κίνημα Οccupy, αλλά και τη συνολική σύγχρονη ιστορία αυτής της τεράστιας χώρας.

Οι Κόκκινες Βασίλισσες, που ανήκουν στη χορεία των λίγων αλλά σημαντικών μυθιστορημάτων που προσπαθούν να εξαντλήσουν τις δυνατότητες της αμερικανικής αστικής τοπιογραφίας, είναι ένα πυκνογραμμένο βιβλίο με πληροφορίες σε κάθε αράδα, σε κάθε λέξη. Για το μπέιζμπολ και τις επαγγελματικές λίγκες του αθλήματος στις ΗΠΑ, για τον Μπομπ Ντίλαν, την κάντρι μπλουζ και τη φολκ μουσική, για τον κουακερισμό και για την εποχή του Υδροχόου. Για τη Ρόουζ και τη Μίριαμ, τους εραστές, τους συζύγους, τα παιδιά και τα εγγόνια τους. 

Πάρτε βαθιά ανάσα και βουτήξτε βαθιά. 

Οι απαιτητικές στην ανάγνωσή τους Κόκκινες Βασίλισσες του Τζόναθαν Λέθεμ κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις Κέδρος σε πολύ καλή μετάφραση της Ελένης Ηλιοπούλου.

Κική Τσιλιγγερίδου

Παρασκευή 19 Ιουνίου 2015

Μπέντζαμιν Μπλακ, «Η ξανθιά με τα μαύρα μάτια»



«Χριστός κι απόστολος, Φιλ, τι διάολο είναι αυτό;Άνοιξα τα χέρια μου σηκώνοντας τους ώμους. Από πού ν' άρχιζα;

Ο Τζον Μπάνβιλ (αυτός είναι βέβαια ο Μπέντζαμιν Μπλακ) έγραψε έναν Μάρλοου που θα τον υπέγραφε πέραν πάσης αμφιβολίας ο ίδιος ο Τσάντλερ, οπότε η Ξανθιά με τα μαύρα μάτια πλέον κατατάσσεται στη βιβλιογραφία αμφοτέρων.

Όλα όσα αγαπήσαμε (μάλλον: αγαπάμε, και αγαπάμε να τα διαβάζουμε και να τα ξαναδιαβάζουμε, να τα βιώνουμε ξανά και ξανά με απανωτές αναγνώσεις, να μας ανατριχιάζουν) είναι εδώ, ακόμη και παλιοί ήρωες — και ηρωίδες: η καυστική ειρωνεία, ο αυτοσαρκασμός, η παλιά Ολντσμομπίλ που ζεματάει από τον ήλιο γιατί πάντα είναι παρκαρισμένη στο λάθος μέρος, οι ολοζώντανοι —ακόμη κι όταν πεθαίνουν— δεύτεροι χαρακτήρες που ζουν σε μπαρ, ξεφυτρώνουν από ασανσέρ, περπατούν χωρίς προφανή προορισμό στο δρόμο, κόβουν εισιτήρια σε κινηματογράφους, βγάζουν μαχαίρι ή κάνουν ναρκωτικά, το Λος Άντζελες παραδομένο στην ψεύτικη, κινηματογραφική μοίρα του, οι σκληροί αστυνομικοί που γίνονται ακόμη σκληρότεροι όσο γερνούν, το νήμα που συνδέει μία σειρά ανθρώπους και καταστάσεις με χρυσά, ματωμένα δεσμά, η σφιχτή πλοκή που ξεδιπλώνεται τσιγάρο το τσιγάρο και γουλιά τη γουλιά, τα απανωτά τσιγάρα —όταν διαβάζεις Μάρλοου, το τσιγάρο σου αποκτά μεγαλύτερη αξία, το νιώθεις καλύτερα, όπως του πρέπει· κι αν δεν καπνίζεις, καταλαβαίνεις τι χάνεις— και τα απανωτά ποτά —μία ποικιλία ποτών, ο Μάρλοου δεν πίνει μόνο μπέρμπον—, και φυσικά οι γυναίκες, και η γυναίκα, που είναι όπως πάντα τα πάντα, και τίποτε.

Έχουμε να κάνουμε με ένα πανηγύρι της μελαγχολίας εδώ.

Παραθέτω λίγα τυχαία αποσπάσματα:

Το γραφείο υποδοχής ήταν επανδρωμένο, αν αυτή ήταν η σωστή λέξη, με μια μπριόζα μικροκαμωμένη μελαχρινή μ’ ένα εφαρμοστό μακρυμάνικο που δεν περνούσε απαρατήρητο. Άφησα μπροστά της την άδεια του ιδιωτικού αστυνομικού σαν ταχυδακτυλουργός που παρουσιάζει ένα τραπουλόχαρτο λίγο πριν το εξαφανίσει. Τις περισσότερες φορές, ούτε που κάθονται να την κοιτάξουν, θεωρώντας ότι είμαι από τα κεντρικά της αστυνομίας, πράγμα που προσωπικά δεν με πειράζει. Μου είπε ότι θα έπαιρνε μια ώρα μέχρι να φέρουν το φάκελο του Νίκο Πίτερσον. Της είπα ότι σε μια ώρα θα πότιζα τους κάκτους μου. Μου χαμογέλασε αβέβαια, λέγοντας ότι θα φρόντιζε μήπως μπορούσε να επισπεύσει τη διαδικασία. Περπάτησα πάνω-κάτω στο διάδρομο για λίγο, κάπνισα ένα τσιγάρο, έπειτα στάθηκα στο παράθυρο με τα χέρια στις τσέπες παρατηρώντας την κίνηση στην οδό Μίσιον. Είναι συναρπαστική η ζωή του ιδιωτικού αστυνομικού. 

Έβγαλα την ασημένια ταμπακέρα μου με το μονόγραμμα. Ποτέ δεν είχα μάθει ποιανού το μονόγραμμα ήταν — αγόρασα την ταμπακέρα από ενεχυροδανειστήριο.

Μου άρεσε η ιδέα της υπαίθρου. Εννοώ ότι μου άρεσε η σκέψη ότι υπάρχει: τα δέντρα, το χορτάρι, τα πουλιά στους θάμνους, όλα αυτά. Μου άρεσε μάλιστα να την κοιτάζω καμιά φορά από τη λεωφόρο, ας πούμε, μέσα από το παρμπρίζ ενός αυτοκινήτου.
 

Μια κραυγή ακούστηκε από κάπου κοντά, αλλόκοσμα λεπτή και διαπεραστική. Κοίταξα καλά-καλά την Κλερ. «Παγόνι», είπε.  Φυσικά εννοείται ότι θα υπήρχε ένα παγόνι. «Τον φωνάζουμε Λιμπεράτσε». 

«Ο κύριος Κάνινγκ;» είπα. «Ποιος είναι αυτός;» «Α, δεν ξέρετε; Νόμιζα ότι τα είχατε μάθει όλα αυτά, ως ερευνητής. Ο Γουίλιαμ Κάνινγκ είναι ο ιδρυτής της λέσχης μας. Μάλιστα το όνομά του είναι Γουίλμπερφορς — οι γονείς του τον ονόμασαν έτσι από τον Γουίλιαμ Γουίλμπερφορς, τον σπουδαίο Άγγλο βουλευτή και ηγέτη του κινήματος για την κατάργηση της δουλείας». «Ναι», είπα, με όσο πιο αδιάφορο ύφος μπόρεσα να επιστρατεύσω, «νομίζω ότι τον έχω ακουστά, σαφώς». «Είμαι σίγουρος». «Τον Γουίλιαμ Γουίλμπερφορς, εννοώ». 

[Έ]να τζάκι σχεδόν εξίσου απλόχωρο όσο το καθιστικό στο σπίτι μου στη λεωφόρο Γιούκα. Πάτησε ένα ηλεκτρικό κουδούνι δίπλα από το τζάκι —αλήθεια, ακριβώς όπως στο θέατρο—, ενώ εγώ βυθιζόμουν σε μια πολυθρόνα. Ήταν τόσο βαθιά, που τα γόνατά μου σχεδόν χτύπησαν στο σαγόνι μου. 

Παρατήρησα, όπως είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω στο παρελθόν, πόσο το μπαρούτι μύριζε σαν τηγανητό μπέικον. 

Ο βίαιος θάνατος αφήνει πάντα ασάφειες. Είναι κάτι που έχω προσέξει. 

Δεν υπάρχει τίποτα σαν τη γαλήνη μέσα σ’ ένα έρημο σπίτι. […] Δεν συνειδητοποιείς πόσο περιορισμένος είναι ο χώρος όπου μένεις μέχρι να μπει κάποιος άλλος μέσα. 

Δεν ήξερα πού πήγαινα [με το αυτοκίνητο] μέχρι που έφτασα εκεί. 

Δεν είχε κουνηθεί καθόλου, τουλάχιστον απ’ όσο είχα προσέξει, ωστόσο με κάποιον τρόπο το πρόσωπό της ήταν πιο κοντά στο δικό μου από πριν. Δεν απέμενε παρά να τη φιλήσω. 

Ήμουν ακόμα ερωτευμένος μαζί της, με έναν κάπως επώδυνο, μάταιο τρόπο. Τι βλάκας που ήμουν. 

Κάθισα ξανά, αν και έμοιαζε περισσότερο σαν να κατέρρευσα. Πάνω στο τραπέζι έστεκε άθικτο το ποτό της, με μια μοναχική ελιά βυθισμένη στο εσωτερικό του. Το τσακισμένο τσιγάρο της μες στο τασάκι είχε ένα λεκέ από κραγιόν. Κοίταξα το ποτήρι μου, μισοάδειο, μια τσαλακωμένη χαρτοπετσέτα, μια-δυο νιφάδες στάχτης πάνω στο τραπέζι, που θα έφευγαν μ’ ένα φύσημα. Αυτά τα πράγματα απομένουν τελικά· αυτά θυμόμαστε.

Από τις ΕκδόσειςΚαστανιώτη, σε μετάφραση Μαρίας Φακίνου. Για όλους τους φαν του Φίλιπ Μάρλοου και του νουάρ.

Κυριάκος Αθανασιάδης





Καζούο Ισιγκούρο, «Ο θαμμένος γίγαντας»


Ο Θαμμένος γίγαντας του Καζούο Ισιγκούρο (Εκδόσεις Ψυχογιός) είναι εκ πρώτης όψεως ένα σπαρακτικό βιβλίο για υποσχέσεις που δεν τηρούνται, για την ελπίδα σαν κυτταρικό συστατικό της ανθρώπινης ραθυμίας, για τις καθημερινές προδοσίες που συνθέτουν τη μεγάλη προδοσία τής —κοινωνικής— ύπαρξης, για τη χθόνια αβελτηρία του ανθρώπου. Ταυτόχρονα, είναι ένας προφανής απροσδόκητος θρίαμβος της από καιρού ταλαιπωρημένης fantasy λογοτεχνίας — όχι ένα homage στον Τόλκιν αλλά περισσότερο μια επιπολής αναφορά στον Μάλορι και στο Le Morte d’Arthur (στα ελληνικά από τον «Gutenberg»). Και λέω επιπολής επειδή ο Ισιγκούρο δεν ενδιαφέρεται να γράψει άλλο ένα ιπποτικό μυθιστόρημα, ή μια Sword and Sorcery περιπέτεια: επιλέγει το συγκεκριμένο πλαίσιο επειδή αναζητούσε έναν τόπο διαρκούς σφαγής και πόνου — ένα μεταπολεμικό «βομβαρδισμένο» τοπίο.

Κυρίως όμως είναι ένα λεκτικό παγόβουνο, με λίγες ορατές κορυφές και έναν πελώριο καλά κρυμμένο όγκο από κάτω τους: θα τον συναντήσεις αφότου έχεις τελειώσει με τη χαρτογράφηση αυτού που βρίσκεται πάνω από την επιφάνεια — δεν ξέρεις αν είναι κούφιος ή γεμάτος θαυμαστά πράγματα, αλλά σίγουρα θα συναντήσεις τον εαυτό σου εκεί· όπως θα συναντήσεις και ένα μπουκέτο στοχασμών για την ίδια τη λογοτεχνία. (Το μυθιστόρημα διαβάζεται και σαν μια αλληγορία για την πάλη ενός δημιουργού με τη μυθοπλασία, και εξ αυτού κρίνεται και από τα πιο προσωπικά του Ισιγκούρο). Με θεατρική δομή και σκηνικούς διαλόγους υψηλής πνοής, σχεδόν γκροτέσκους και εν πολλοίς αναληθοφανείς, ακόμη και με θεατρική σκηνογραφία που τονίζει τις προφανείς σαιξπηρικές του καταβολές —οι σκιές των φυσικών ή τεχνητών σκηνικών, των βράχων, του μοναστηριού, των ερειπίων, των λειμώνων, του κρατήρα, των σπηλαίων, των αποθηκών, του προβλήτα, πέφτουν καταιγιστικές πάνω στους ηθοποιούς του δράματος και βαραίνουν αβάσταχτα τα πρόσωπα και τις πλάτες τους, αν και δεν τους στερούν την ανάγκη τους να μιλούν, και να μιλούν πολύ, με υπαινιγμούς και μισόλογα—, με τέσσερις κεντρικούς χαρακτήρες που παίζουν διαρκώς ένα παιχνίδι ποντικοπαγίδας, ακόμη και αν οι δύο από αυτούς δεν το γνωρίζουν πάντα, ή αν δεν θέλουν να θυμηθούν τους κανόνες του.

Ο Θαμμένος γίγαντας είναι ένα λογοτεχνικό παράδοξο που συζητείται πολύ, πρόλαβε ήδη να αποκτήσει εχθρούς και καλεί τους αναγνώστες του σε μις, εξόχως τιμητική, ιπποτική μονομαχία.

Δυο λόγια για την πλοκή: Ο Αξλ και η Μπέατρις, δύο Βρετανοί στη μετααρθουριανή εποχή (6ος με 7ο αιώνα μ.Χ.), σκεπασμένη με μια μαγική ομίχλη που στερεί από τους ανθρώπους τις αναμνήσεις τους ή, ακόμη χειρότερα, επιτρέπει σε θραύσματα μόνο από αυτές να τους επισκέπτονται, και γεμάτη δράκους και άλλα πλάσματα της μαγείας που πολεμούν με τους ανθρώπους, αποφασίζουν να φύγουν από το χωριό τους και να βρουν τον από χρόνια πολλά χαμένο τους γιο. Στο δρόμο τους, θα συναντήσουν και θα προσκολληθούν στον πάλαι ποτέ ιππότη της Στρογγυλής Τραπέζης σερ Γκάουεϊν, γέρο πια, μια ψηλόλιγνη σιδεροντυμένη φιγούρα που θυμίζει έντονα τον Δον Κιχώτη, ενώ σύντομα θα ταξιδέψει μαζί τους και ο νεαρός Σάξονας, και ανίκητος πολεμιστής, Γουίσταν, δυνάμει εχθρός των Βρετανών, παρά την επίπλαστη ειρήνη που σκεπάζει σαν ένα άλλο πέπλο φονικής ομίχλης τη χώρα: μια παραμυθένια και σκοτεινή χώρα, έρημη, φτωχή, ακαλλιέργητη, οργωμένη από θάνατο και μοναξιά. Ο καθένας τους έχει μια φανερή και μια μυστική αποστολή, και ένα παρελθόν καλά κρυμμένο από τους άλλους. Η αλήθεια χτίζεται αργά-αργά στο μυαλό του αναγνώστη, αν και τα ερωτήματα πληθαίνουν ολοένα.

Ένα δυστοπικό παραμύθι, και μια αλληγορία μαζί, κι ένας επιπλέον σταθμός στο λογοτεχνικό ταξίδι του ιδιαίτερου αυτού Βρετανού συγγραφέα με τις ιαπωνικές ρίζες, που αρνείται να υποταχθεί σε οποιαδήποτε αφηγηματική νόρμα.



Κυριάκος Αθανασιάδης

Χαβιέρ Μαρίας, «Ερωτοτροπίες»


«Η αλήθεια είναι πάντα ένα χάος», λέει η Μαρία Ντολθ, η αφηγήτρια των Ερωτοτροπιών (Εκδόσεις Πατάκη), ενός βιβλίου που ψάχνει μανιασμένα την αλήθεια (για ένα έγκλημα, για έναν έρωτα, ή για περισσότερους), ενός ασθματικού μα παράλληλα ψύχραιμου (πώς γίνεται αυτό; γίνεται) μυθιστορήματος που τραβά τις κλωστές ενός ουλαμού πελώριων και αντιφατικών ψεμάτων —όλων των απίθανων ψεμάτων που την καλύπτουν—, που σκάβει ανάμεσα στο καλοϋφασμένο τους δίχτυ (το δίχτυ μιας αράχνης γεννημένης από ψέματα, δόλο, πόθο: πολύ πόθο), και, άξαφνα, λογοτεχνία: πολλή, πολλή λογοτεχνία, λογοτεχνία κρυμμένη και ξεχασμένη μα αδιαλείπτως παρούσα, «ενσαρκωμένη» με τρόπους ιδιότροπους και ριψοκίνδυνους.

Οι Ερωτοτροπίες είναι ένα μάθημα ακριβής πεζογραφίας, δομημένο αριστοτεχνικά, που σε παίρνει από το χέρι και σε οδηγεί σε έναν λαβύρινθο χτισμένο από μία και μόνη ευθεία (κάτι, φυσικά, μας θυμίζει αυτό) που όμως μοιάζει με κυκλοτερή σπείρα με ολοένα και μικρότερη κυκλική διαδρομή: κάθε φορά, σε κάθε επαφή των κεντρικών ηρώων, κάτι αλλάζει θέση ανεπαισθήτως —και στη συνέχεια έντονα και άγρια— και όλο το αρχιτεκτόνημα αναδομείται, για να επαναδομηθεί εκ νέου στην επόμενη επαφή και στο επόμενο Κεφάλαιο, και στο επόμενο, και στο επόμενο, ενώ έχει ήδη ερευνηθεί και ανασκαλευτεί στις σκέψεις της συμπαθούς επιμελήτριας εκδόσεων Μαρίας Ντολθ, αυτής της άβουλης ηρωίδας και πρωταγωνίστριας, που εντέλει συνιστά την αρχετυπική Αναγνώστρια λογοτεχνίας.

Το βιβλίο όμως είναι κι άλλα. Είναι ταυτόχρονα ένα αστυνομικό μυθιστόρημα —γιατί εδώ υπάρχει σαφώς, είπαμε, ένα έγκλημα, ένα φρικτό έγκλημα με πολύ αίμα, αλλά και μία μηχανορραφία, και φυσικά ένας, ή ίσως περισσότεροι, δολοφόνοι—, και ένα απολύτως μοντέρνο, απολύτως σύγχρονό μας αισθηματικό μυθιστόρημα, και ένα μυθιστόρημα ακραίου πάθους και υψηλού πυρετού, και ένα μυθιστόρημα ιδεών, και ένα μυθιστόρημα συζήτησης γύρω από την κλασική μυθιστοριογραφία: και ένα μάθημα δημιουργικής ανάγνωσης. Και είναι, επίσης, ένα μυθιστορηματικός τόπος έξοχων παρατηρήσεων: δεκάδων, εκατοντάδων παρατηρήσεων, σημαντικών και καίριων, που ο Χαβιέρ Μαρίας τις επισημαίνει με μια διόλου παρηγορητική για έναν ομότεχνό του άνεση. Και είναι, ακόμη, το βιβλίο που λέει κάτι εξόχως σημαντικό και αληθές, υπονομευτικό σε πρώτη ανάγνωση αλλά όχι στη δεύτερη:

Ό,τι συμβαίνει […] στα μυθιστορήματα δεν έχει σημασία και λησμονιέται μόλις τα τελειώσει κανείς. Το ενδιαφέρον είναι οι δυνατότητες και οι ιδέες που μας ενσταλάζουν και μας μεταβιβάζουν μέσα από τις φανταστικές τους υποθέσεις: [Αυτές] μάς μένουν με μεγαλύτερη σαφήνεια απ’ ό,τι τα πραγματικά συμβάντα, και τις λαμβάνουμε πιο πολύ υπόψη.

Για να τελειώσω, δύο ακόμη παρατηρήσεις μόνο: πρόκειται, επίσης, για ένα βιβλίο γραμμένο με υποδόριο χιούμορ σπάνιας λεπτότητας, από την πρώτη ώς την τελευταία του λέξη (αν το διαβάσει κανείς έτσι, θα απολαύσει ένα άλλο βιβλίο), βιτριολικού πνεύματος καλά κρυμμένου πίσω από όλα του τα επιχειρήματα και τους ατέλειωτους αφορισμούς του· τέλος, στις Ερωτοτροπίες (ο τίτλος μάς κλείνει το μάτι, καθώς κανείς δεν ερωτοτροπεί άμεσα εδώ) παρουσιάζεται και μία σατιρική εκδοχή τού ίδιου τού Μαρίας, υπό την περσόνα τού Γαράυ Φοντίνα, οιονεί υποψηφίου για το Νομπέλ Λογοτεχνίας και αυτού, έξοχη και, ας μου επιτραπεί, αλησμόνητη, αν και (υποτίθεται) δευτερεύουσα.

Σπουδαία, πραγματικά, η μετάφραση της Χριστίνας Θεοδωροπούλου! Το βιβλίο συστήνεται χωρίς την παραμικρή επιφύλαξη.



Κυριάκος Αθανασιάδης

Φαίδων Ταμβακάκης, «Αναπαλαίωση»


Τα γραπτά του Ταμβακάκη, συναρμοσμένα, σαν ένα ξύλινο παλιομοδίτικο σκάφος, σαν ένα «αριστοκρατικό» σκαρί, συνιστούν ένα αργά διαστελλόμενο προσωπικό θαλασσινό σύμπαν που αγαπά και συνδιαλέγεται με το ταξίδι και με τις καλές ή κακές προθέσεις των μεγάλων ωκεανών. 

Η κομψή Αναπαλαίωση, η συνάντηση ενός αμήχανου και επαμφοτερίζοντος Οδυσσέα με την παλιά του (φυσικά προδομένη) αγάπη στη Σύρο, όπου καταπλέει εσπευσμένως μετά την αβαρία στο ιστιοπλοϊκό του, δίνει την ευκαιρία στον Φ.Τ. να μιλήσει ξανά για τις αγαπημένες του εμμονές, με τον τρόπο που ξέρει τόσο καλά, επιχειρώντας να αναπαλαιώσει όχι μόνο το θρυλικό «Τάι Μο Σον», στο τοπικό καρνάγιο, ή τη σχέση των δύο εραστών, σε μερικές έντονα ερωτικές σελίδες, αλλά και ένα λογοτεχνικό είδος που αγαπάμε ακόμη και όσοι δεν αντέχουμε ούτε το παραμικρό κύμα.

Η ωραία νουβέλα κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Εστία.


Κυριάκος Αθανασιάδης