Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εκδόσεις Διόπτρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εκδόσεις Διόπτρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 11 Ιουλίου 2015

Mo Hayder, «Το φονικό κελάηδισμα»


Υπάρχει ένα ολόκληρο υποείδος της Αστυνομικής Λογοτεχνίας που ξεφεύγει, και ξεφεύγει ανατριχιαστικά, από τις πιο συνηθισμένες υποθέσεις, από το «καθημερινό» έγκλημα, από το μυστήριο και το γρίφο, από ένα δυσεπίλυτο αίνιγμα που καλείται να αποκωδικοποιήσει και να λύσει ένας ντετέκτιβ, ιδιωτικός ή μη, ή μία ομάδα ερευνητών: μιλώ για τα μυθιστορήματα με καθ’ έξιν δολοφόνους, εντέλει ό,τι πιο σατανικό και μακάβριο μπορούμε να φανταστούμε, και ό,τι πιο έξω από τα πλαίσια μιας οργανωμένης κοινωνίας. Μολονότι γράφονταν αρκετά και πριν ακόμη μάς συστήσει τον Χάνιμπαλ Λέκτερ ο Τόμας Χάρις, το 1981 είναι σαφώς τομή για το genre, και ο Κόκκινος δράκος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σαν το επίσημο κάλεσμα του ψυχρού, αδυσώπητου και απολύτως διαταραγμένου serial killer στο προσκεφάλι των αναγνωστών — μολονότι έπρεπε να περάσουν δέκα ολόκληρα χρόνια για να τρομάξει για τα καλά το κοινό από την τρομερή επιτυχία της Σιωπής των αμνών, που βασίστηκε στη δεύτερη λογοτεχνική εμφάνιση του —για έναν περίεργο λόγο— συμπαθούς κατ’ εξακολούθηση δολοφόνου, αυτού του λάτρη της ευζωίας, του αφύσικα καλλιεργημένου και παγερού τέρατος.

Οι ήρωες, παρά ταύτα, της Μο Χάιντερ δεν θυμίζουν τον δόκτορα Λέκτερ. Καθόλου. Είναι προσγειωμένοι σε μια ζοφερή πραγματικότητα, βγαλμένη κατευθείαν από τους εφιάλτες του. Εξ ου και το Φονικό κελάηδισμα είναι ένα βιβλίο που σου σφίγγει το στομάχι: μια χάρτινη παγίδα. Ωμό και αληθοφανές, δεν σου αφήνει πολλά περιθώρια να εκπλαγείς, να θαυμάσεις ή να γοητευτείς από τα τεκταινόμενα — μάλλον, δεν σου αφήνει κανένα. Εδώ ο δολοφόνος είναι μόνο, και ξεκάθαρα, άρρωστος, τα θύματά του κακοποιημένα αλλά όχι βασανισμένα (και όμως γίνεται…), το μυστικό του απεχθές και ανατριχιαστικό, και η αγχωτική έρευνα για την ανακάλυψή του συντονισμένη, παθιασμένη, επαγγελματική, αλλά και γεμάτη λάθη, αβλεψίες και προκατάληψη, κυρίως ρατσιστική, όπως ακριβώς συμβαίνει και στην πραγματικότητα. Η Χάιντερ έχει εργαστεί —ανάμεσα σε πολλά άλλα που έχει κάνει— με την αστυνομία, έχει συνδράμει σε ανάλογες έρευνες, ξέρει τη δουλειά από μέσα, και μπορεί να την περιγράψει, όχι απλώς με αληθοφάνεια, αλλά με σκοτεινό, επίπονο ρεαλισμό.

Δεν θα ήθελα, και μάλλον δεν θα έπρεπε, να πω περισσότερα για την πλοκή, πέραν τού ότι ήδη από την πρώτη σελίδα ανακαλύπτονται σε ένα σκουπιδότοπο τα πτώματα κάποιων νέων γυναικών με πολλά κοινά στοιχεία μεταξύ τους, τόσο ως προς την ηλικία, την εμφάνιση αλλά και τις έξεις τους, όσο και ως προς ορισμένες ανατομικές «τροποποιήσεις» που υπέστησαν μετά θάνατον. Ο επιθεωρητής Τζακ Κάφερι, που κάνει εδώ το ντεμπούτο του (θα ακολουθήσουν άλλα έξι μυθιστορήματα με κεντρικό ήρωα αυτό τον Λονδρέζο αστυνομικό επιθεωρητή), είναι σαγηνευτικός κυρίως επειδή είναι γήινος και βασανισμένος. Ο χαρακτήρας του εξελίσσεται και αναπτύσσεται στο μυθιστόρημα παράλληλα με την ιστορία, και είναι στιγμές που δεν μπορούμε παρά να ταυτιστούμε απόλυτα μαζί του — ειδικά στο σκληρό, σκοτεινό φινάλε.

Η Αστυνομική Λογοτεχνία, από την pulp μέχρι τη σύγχρονη είναι —και γι’ αυτό μάς αρέσει— γεμάτη κλισέ. Η κριτική της επίσης. Δεν μπορώ να αποφύγω τον πειρασμό να πω ότι το Φονικό κελάηδισμα είναι ένα βιβλίο για γερά νεύρα.


Η μετάφραση του Αύγουστου Κορτώ είναι εγγύηση, και η σειρά των αστυνομικών που βγάζουν οι Εκδόσεις Διόπτρα από τις κορυφαίες στην Ελλάδα.

Κυριάκος Αθανασιάδης

Παρασκευή 19 Ιουνίου 2015

Samuel Bjørk, «Παγωμένος άγγελος»




Αυτό εδώ είναι ένα από τα καλύτερα αστυνομικά που διάβασα εδώ και κάτι χρόνια, και όσοι ήδη αγαπούν το σκανδιναβικό μυθιστόρημα (που άλλωστε σχεδόν μονοπωλεί και το ενδιαφέρον τα τελευταία αρκετά χρόνια) θα το απολαύσουν: η Νορβηγία είναι μια χώρα προηγμένη πολύ αλλά ταυτόχρονα και μυστηριώδης και «εξωτική», παγωμένη και ανεμοδαρμένη, με πολλά σχεδόν ακατοίκητα νησάκια όπου μπορείς να πας απλώς για να χαθείς, με σκοτεινά υπεραιωνόβια δάση όπου στήνονται ύποπτοι οικισμοί αιρετικών χριστιανών, με απέραντες έρημες εκτάσεις που κρύβουν μυστικά. Και με πολύ σύγχρονους, πολύ οικείους ανθρώπους: ο επιθεωρητής Χόλγκερ Μουνκ και η καταθλιπτική ιδιοφυής υφισταμένη του Μία Κρούγκερ είναι δοσμένοι με απίστευτη ζωντάνια, γεμάτοι από πάνω ώς κάτω με όλα εκείνα τα ξεχωριστά αρνητικά χαρακτηριστικά —τα εντελώς ανθρώπινα και οικεία— που μας κάνουν να νιώθουμε έναν χάρτινο, επινοημένο ήρωα σαν δικό μας.

Το έγκλημα, ή μάλλον η σειρά των εγκλημάτων, είναι αποτρόπαια, οι επιμέρους ιστορίες, οι υποπλοκές, άκρως ενδιαφέρουσες, οι δεύτεροι χαρακτήρες εξίσου αληθοφανείς με τους πρωταγωνιστές (με πρώτο-πρώτο τον γκέι ιδιοκτήτη μπαρ, που είτε ντύνεται γυναικεία είτε σαν δανδής δεν ξεπέφτει ποτέ σε καρικατούρα), τα νήματα δένονται ένα-ένα στο τραχύ υφαντό σχηματίζοντας αβίαστα το μοτίβο του, τα ναρκωτικά, η σκληρότητα, η φτώχεια, η τρέλα, ο δογματισμός, τα μίντια πλέκονται αρμονικά, η λύση δεν έρχεται γραμμικά και είναι ευφάνταστη.

Το βιβλίο μεταφράστηκε έξοχα, απευθείας από τα νορβηγικά και κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Διόπτρα, που εκδίδουν πολύ προσεκτικά επιλεγμένα αστυνομικά. Αξίζει και με το παραπάνω να διαβαστεί. Άνετα, μάλιστα, παίρνει μία τιμητική θέση στον Κανόνα, όπως αυτός παρουσιάζεται στο άρθρο «Σκανδιναβική λογοτεχνία: βαθιά κρυμμένα μυστικά και ντοκουμέντα» (http://booksjournal.gr/slideshow/item/594-σκανδιναβική-λογοτεχνία-βαθιά-κρυμμένα-μυστικά-και-ντοκουμέντα_).

Κυριάκος Αθανασιάδης

Blake Crouch, «Η πόλη»


Δεν υπάρχει ευκολότερο πράγμα στον κόσμο από το να κοιτάξει κανείς με μισό μάτι έναν μπεστελερίστα μυθιστοριογράφο ― ειδικά αν αυτός ο τελευταίος «ανήκει» σε κάποιο είδος. Εν πάση περιπτώσει, ελάχιστα πράγματα είναι πιο εύκολα ― όπως το να ζητήσεις ένα καθαρό πιρούνι από το γκαρσόνι επειδή σου ’πεσε το δικό σου, φέρ’ ειπείν. 
Τον Blake Crouch, λοιπόν, που γράφει crime, και δη με στοιχεία επιστημονικής Φαντασίας, Τρόμου και τα τοιαύτα (όλα αυτά τα Απαγορευμένα Υλικά), εύκολα τον βάζεις στην πάντα: είναι τριάντα πέντε χρονών όλο κι όλο, έχει ήδη εκδώσει κάπου 15 μυθιστορήματα και νουβέλες, έχει συμμετάσχει σε genre ανθολογίες, έχει συνεργαστεί με ομοτέχνους του (αυτό ακούγεται ολωσδιόλου αλλόκοτο στα ελληνικά), έχει λάβει ποικίλες διακρίσεις στο χώρο ― άρα πρέπει να μείνει εκτός λογοτεχνικού νυμφώνος.
Ναι, καλά.
Το πρώτο μέρος της Wayward Trilogy, η Πόλη («Pines», Εκδόσεις Διόπτρα, στο οποίο βασίζεται η σειρά τού Fox Wayward Pines, που έκανε παγκόσμια πρεμιέρα στις 14 Μαΐου, προβάλλεται και στην Ελλάδα και που η πρώτη της σεζόν τελειώνει την Πέμπτη 23 Ιουλίου, σε παραγωγή του M. Night Shyamalan και με πρωταγωνιστή τον Matt Dillon), είναι μια ασθματική κατάβαση σε μια Κόλαση με ολέθρια όμορφο πρόσωπο, γραμμένο μεν με προσωπικό στιλ, αλλά έχοντας όλα εκείνα τα στοιχεία που αγαπάμε και περιμένουμε από ένα, ας το πούμε, θρίλερ ― και κυρίως το ξετύλιγμα της ιστορίας, στρώση τη στρώση και σκιά τη σκιά, με τις κατάλληλες ανατροπές και turning points που δεν τα περιμένεις και ξεπερνούν τη σκέψη σου. O δεύτερος τόμος συνεχίζει την ιστορία της ειδυλλιακής, πλην απολεσθείσης, Κόλασης, παρέχοντας περισσότερες πληροφορίες, παρουσιάζοντας καινούριους ήρωες και ξεκλειδώνοντας κι άλλα μυστικά με τον γνωστό καταιγιστικό ρυθμό της, αλλά έχει ένα μειονέκτημα: κόβεται πάνω στο καλύτερο. Και θέλεις κι άλλο. Αν μη τι άλλο, παίζεται η επιβίωση της ανθρωπότητας εδώ — ή τέλος πάντων ό,τι απέμεινε από δαύτην. Για όσους αγαπούν τα συναρπαστικά θρίλερ Επιστημονικής Φαντασίας: μια εφιαλτική δυστοπία γεμάτη τέρατα, είτε γυμνά είτε κουστουμαρισμένα.
Ο Κράουτς σημειώνει πως δεν θα είχε εμπνευστεί αυτή την ιστορία, και ποτέ του δεν θα την είχε γράψει, αν δεν είχε δει μικρός το Twin Peaks τού Λιντς. Που το είδαμε όλοι μας. Αλλά που κανείς μας δεν έγραψε, ή δεν σκέφτηκε καν ότι θα μπορούσε ποτέ να γράψει, κάτι σαν τη Wayward Trilogy. Πράγμα όχι απαραίτητα κακό ― όχι απαραίτητα. Προφανώς. Αλλά ενδεικτικό τού ότι εμείς, εδώ, που έχουμε πλάσει τα μυαλά μας όπως τα πλάσαμε, και με τις πολύ ψηλές κορφές μόνο στα ιμπρεσιονιστικά όνειρά μας (κάναν Μάρκες, κάναν Κάφκα, κάναν Μπόρχες, κάναν Προυστ ― τέτοιους), θα ζούμε πάντα βουτηγμένοι στον πιο μίζερο επαρχιωτισμό. Ή, για να το πω αλλιώς: αν δεν γεννηθεί μια γενιά συγγραφέων μας που θα επιδοθεί σε μεγάλα ποσοστά σε «τέτοια» μυθιστορήματα, λογοτεχνικό Διαφωτισμό δεν θα περάσουμε. Κουβαλάμε τόση σοβαρότητα, που δεν την αντέχει η φτενή πλάτη μας. Έχουμε άμεση ανάγκη από πολλούς μικρούς, ταπεινούς, Έλληνες Στίβεν Κινγκ. (Μπας και αποκτήσουν ποιότητα και οι καθ' ημάς Μάρκες-Κάφκα-Μπόρχες-Προυστ ).
Κυριάκος Αθανασιάδης

Terry Hayes, «Ο Προσκυνητής»




Μια νέα γυναίκα στη Νέα Υόρκη βρίσκεται νεκρή μέσα σε μια μπανιέρα γεμάτη οξύ που έχει σβήσει τα δακτυλικά της αποτυπώματα. Ο δολοφόνος έχει βγάλει τα δόντια της και έχει σκουπίσει προσεκτικά το δωμάτιο με απολυμαντικό υγρό ώστε να μην αφήσει πίσω του το παραμικρό δείγμα DNA. --- Σε έναν ερειπωμένο οικισμό στο Αφγανιστάν ανακαλύπτονται τρία πτώματα Δυτικών αιχμαλώτων, ασβεστωμένα. Ποιος τα μετέφερε για 800 χιλιόμετρα και γιατί τα έριξε στον ασβέστη; --- Λίγα χρόνια νωρίτερα, στην Τζέντα, ένας δεκατετράχρονος παρακολουθεί τη δημόσια εκτέλεση του πατέρα του, ο οποίος είχε αμφισβητήσει τη βασιλική οικογένεια.

Η 11η Σεπτεμβρίου 2001 φέρνει δραματικές αλλαγές στη δομή των μυστικών υπηρεσιών των ΗΠΑ. Ένας υψηλόβαθμος, αν και πολύ νέος, πράκτορας μιας απόρρητης υπηρεσίας, αποφασίζει να αλλάξει τη ζωή του και εγκαθίσταται στο Παρίσι. Όταν όμως οι ΗΠΑ βρίσκονται μπροστά στην απειλή μιας βιολογικής επίθεσης από τον Σαρακήνο, τον άνθρωπο- φάντασμα, που κανείς δεν έχει δει και κανείς δεν ξέρει ποιος είναι πραγματικά, ο μόνος που μπορεί να πάρει την κατάσταση στα χέρια του είναι ο Προσκυνητής.

Ο Προσκυνητής, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Διόπτρα - Dioptra Publications, είναι ένα καταιγιστικό κατασκοπευτικό θρίλερ. Με δράση που εκτυλίσσεται στη Νέα Υόρκη, στο Παρίσι, στη Μέση Ανατολή και στο Αφγανιστάν αλλά κυρίως στο Μπόντρουμ, στην Τουρκία, ο αναγνώστης παρασύρεται σε μια δίνη εξελίξεων και δράσης που δικαιολογεί απολύτως τις 830 σελίδες του.

Ο συγγραφέας, Terry Hayes, σεναριογράφος και παραγωγός πολλών ταινιών, μεταξύ των οποίων το Το τελεσίγραφο του Μπορν χρησιμοποιεί τη φαντασία του και, πατώντας σε πραγματικά γεγονότα και καταστάσεις, όπως το καταπιεστικό και απάνθρωπο σύστημα διακυβέρνησης στη Σαουδική Αραβία, το κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι σε χώρες της μέσης Ανατολής, την κατάσταση στη Γάζα αλλά και την τρομοκρατική επίθεση στους Δίδυμους Πύργους, χτίζει μια γοητευτική και καταιγιστική κατασκοπευτική περιπέτεια, η τελευταία πράξη της οποίας διαδραματίζεται στο Μπόντρουμ.

Χωρίς βαθιά ανάλυση και περιττά σχόλια, ο Προσκυνητής είναι μια καλογραμμένη περιπέτεια για γερά νεύρα.

Πολύ καλή η μετάφραση του Vagelis Giannisis.

ΥΓ. Είναι το τρίτο ή τέταρτο βιβλίο που διαβάζω τελευταία με αναφορές στο Ολοκαύτωμα: ο Προσκυνητής περιγράφει μια ιστορία από τα παιδικά του χρόνια, όταν με τον θετό του πατέρα πήγαν στα σύνορα Γαλλίας-Γερμανίας, στο Νάτσβάιλερ-Στρούτχοφ, ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης στα Βόσγια Όρη, όπου ο μικρός καθηλώνεται από τη φωτογραφία μιας γυναίκας που βαδίζει με τα δυο της παιδιά αγκαλιά προς το θάλαμο αερίων. Εκεί, ο πατέρας του περιγράφει στον μικρό πώς μαζί με τους Εβραίους, οι Τσιγγάνοι βίωσαν το Ολοκαύτωμα: «Οι Τσιγγάνοι έχουν ένα άλλο όνομα για το Ολοκαύτωμα. Το λένε Καταβρόχθιση: Porrajmos».


Κική Τσιλιγγερίδου

Dan T. Sehlberg, «Μόνα»




Είδε τον εαυτό του στην καρέκλα. Πώς να έμοιαζε καθισμένος εκεί με καλώδια να κρέμονται από το κεφάλι του και με τα μαύρα γυαλιά στο πρόσωπό του; Ήταν η επιτομή του τρελού επιστήμονα. Ήταν άραγε τρελός ή μεγαλοφυής; Η απάντηση απείχε μια ψηφιακή εντολή. 

Ο Έρικ Σέντερκβιστ είναι η κλασική περίπτωση επιστήμονα-ερευνητή σε πανεπιστήμιο. Άφραγκος αλλά μεγαλοφυής, έχει εφεύρει κάτι συγκλονιστικό: το Mind Surf, έναν τρόπο να κινείται κανείς στο Διαδίκτυο με τη δύναμη της σκέψης του, να βρίσκεται μέσα σε αυτό και να «κολυμπάει» στις ιστοσελίδες. Τι γίνεται όμως όταν το σύστημα χτυπά ένας ισχυρός ιός που έχουν εξαπολύσει τρομοκράτες και που προκαλεί την κατάρρευση των τραπεζικών αλλά και συνολικά των ψηφιακών συστημάτων; Μπορεί ένας ψηφιακός ιός να γίνει βιολογικός και να «περάσει» στο ανθρώπινο σώμα;

Όταν η «Μόνα» προσβάλλει τη γυναίκα του μέσω του Mind Surf και τη φέρνει αντιμέτωπη με το θάνατο, ο Έρικ Σέντερκβιστ ξεκινά μόνος του ένα ταξίδι στα τυφλά, να βρει τους τρομοκράτες της Χεζμπολάχ που εξαπέλυσαν τον πανίσχυρο ιό και να πάρει το αντι-ιικό. Ένα ταξίδι στη Νίκαια και στο Τελ Αβίβ, μια αγωνιώδης περιπέτεια και ένα κυνηγητό με τη Μοσάντ, το FBI και τους τρομοκράτες στις στοές των λαθρεμπόρων στη Γάζα διαδραματίζεται, την ώρα που η «Μόνα» προκαλεί την κατάρρευση των ψηφιακών δικτύων σε όλο τον κόσμο.

Η τελευταία περιπέτεια επιστημονικής φαντασίας που διάβασα ήταν το Σμήνος, ένα βιβλίο με μεγάλο και λεπτομερές επιστημονικό/βιολογικό περιεχόμενο, στο οποίο μέσα κάποια στιγμή χανόσουν, καθώς μπλεκόταν παράλληλα με καταιγιστική δράση. Στην περίπτωση της Μόνα, τα πράγματα είναι πιο απλά κι έτσι, ναι μεν το θέμα του βιβλίου είναι ένας ψηφιακός ιός που λειτουργεί και ως βιολογικός, αλλά ο συγγραφέας εστιάζει περισσότερο στην πλοκή που διαδραματίζεται σε τρεις ηπείρους, και τα έχει όλα: καταδιώξεις, όμορφες κατασκόπους, προδοσία, εκδίκηση, τρομοκρατία.

Α, έχει και μουσική: Ο Σουηδός συγγραφέας Dan T. Sehlberg, σπούδασε κλασικό πιάνο και έχει δουλέψει ως συνθέτης. Καθόλου περίεργο λοιπόν που ο Έρικ Σέντερκβιστ και ο δημιουργός της Μόνα, Σαμίρ Μουστάφ, ακούν Πάχελμπελ, Σοστακόβιτς, Τσαϊκόφσκι, κι αυτό είναι που τους φέρνει κοντά.

Η Μόνα είναι ωραίο, χορταστικό βιβλίο, από αυτά που δεν αφήνεις από τα χέρια σου, καλογραμμένο, με καταιγιστική δράση και... τόσο όσο. Δεν κουράζει με επιστημονικές λεπτομέρειες, δεν κάνει «κοιλιά» και έχει όλα τα συστατικά ενός καλού βιβλίου που γίνεται ταινία. Και θα γίνει από την Twentieth Century Fox.

Να μην ξεχάσω: Μέσα στο βιβλίο θα δείτε και τη ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ. emoticon wink

Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Διόπτρα - Dioptra Publications, σε μετάφραση Auguste Corteau.



Κική Τσιλιγγερίδου

Nicci French: τέσσερα βιβλία



Γιατί μου άρεσε η σειρά βιβλίων των Nicci French - One writer. Two minds. με πρωταγωνίστρια τη Frieda Klein. 

Επειδή είναι δυνατά και καλογραμμένα αστυνομικά και αγαπώ την αστυνομική λογοτεχνία. Επειδή, μολονότι είναι μεγάλα βιβλία, κανένα τους δεν κάνει «κοιλιά»: αντίθετα, η πλοκή είναι στενά υφασμένη και τα γεγονότα καταιγιστικά. Επειδή δεν εξυπνακίζουν: είναι ευκολοδιάβαστα βιβλία που δεν κουράζουν άνευ λόγου. Και επειδή είναι γραμμένα από ένα ζευγάρι, τους Nicci French, που, άγνωστο γιατί, κατορθώνουν και συνεργάζονται τόσο αρμονικά και επί τόσα χρόνια σε κάτι που είναι κατεξοχήν προσωπική, ατομική υπόθεση.

Γιατί συμπαθώ τη Φρίντα Κλάιν (που, αν το καλοσκεφτείς, είναι και λίγο αντιπαθητική).

Λίγο που είμαστε πάνω-κάτω στην ίδια ηλικία, λίγο που είναι μυστήριο τρένο, όπως έχω γράψει κι άλλη φορά, τη Φρίντα τη συμπαθώ. Είναι μοναχική και (ισχυρίζεται ότι) θέλει την ησυχία της, αλλά όχι: έχει μια παρέα στενών και πιστών φίλων, η σχέση τους είναι ρεαλιστική, περνά κρίσεις και επανέρχεται (ή όχι), έχει και μια σχέση με τον Σάντι, τον οποίο θέλει και δε θέλει. (Επειδή ακριβώς τον λένε Σάντι —κάτι σαν Sunday—, εκτιμώ ότι ίσως είναι και η κύρια ιστορία του τελευταίου βιβλίου της σειράς. Δεν ξέρω αν θα είναι ο ψυχοπαθής δολοφόνος με το πριόνι ή η σχέση που θα καταλήξει σε γάμο. Θα δούμε). Η Φρίντα Κλάιν συνηθίζει να περπατά πάνω από τους, σκεπασμένους πια, μικρούς ποταμούς του Βόρειου Λονδίνου που καταλήγουν στον Τάμεση και ξέρει την ιστορία όλων τους. Δεν διατηρεί σχέσεις με κανένα μέλος της οικογένειάς της (στο τέταρτο βιβλίο μαθαίνουμε για ποιο λόγο), και χρησιμοποιεί το κινητό της τηλέφωνο σαν… τηλεφωνητή. Το ανοίγει μόνο δύο φορές την ημέρα για να πάρει μηνύματα ή όταν χρειάζεται να τηλεφωνήσει κάπου η ίδια.

Στα βιβλία συναντάμε επίσης τον Γιόζεφ, έναν Ουκρανό υδραυλικό-πολυτεχνίτη, που είναι η χαρά της ζωής: κοινωνικός, πιστός φίλος και πρόθυμος να βοηθήσει όσους χρειάζονται τη βοήθειά του, τον Κάρλσον, τον αστυνομικό επιθεωρητή που απευθύνεται στη Φρίντα όποτε χρειάζεται βοήθεια σε κάποια υπόθεση, την όμορφη Σάσα, που είναι βιολόγος και η μόνη γυναίκα-φίλη της Φρίντα, και τη Χλόη, την έφηβη ανιψιά της Φρίντα που ζει με τη χωρισμένη μητέρα της, την Ολίβια, και την οποία η Φρίντα στηρίζει σε κάθε ευκαιρία (και της δίνονται πολλές). Και βέβαια τον Σάντι. Τον Σάντι, που είναι γιατρός, επιτυχημένος, αγαπάει τη Φρίντα και κάνει τα πάντα ώστε να είναι κοντά της (παρόλο που αυτή είναι το στραβόξυλο που περιγράψαμε).

Αυτοί οι χαρακτήρες πλαισιώνουν και τις ιστορίες των τεσσάρων βιβλίων:
Γιατί συμπαθώ τη Φρίντα Κλάιν (που, αν το καλοσκεφτείς, είναι και λίγο αντιπαθητική).

Λίγο που είμαστε πάνω-κάτω στην ίδια ηλικία, λίγο που είναι μυστήριο τρένο, όπως έχω γράψει κι άλλη φορά, τη Φρίντα τη συμπαθώ. Είναι μοναχική και (ισχυρίζεται ότι) θέλει την ησυχία της, αλλά όχι: έχει μια παρέα στενών και πιστών φίλων, η σχέση τους είναι ρεαλιστική, περνά κρίσεις και επανέρχεται (ή όχι), έχει και μια σχέση με τον Σάντι, τον οποίο θέλει και δε θέλει. (Επειδή ακριβώς τον λένε Σάντι —κάτι σαν Sunday—, εκτιμώ ότι ίσως είναι και η κύρια ιστορία του τελευταίου βιβλίου της σειράς. Δεν ξέρω αν θα είναι ο ψυχοπαθής δολοφόνος με το πριόνι ή η σχέση που θα καταλήξει σε γάμο. Θα δούμε). Η Φρίντα Κλάιν συνηθίζει να περπατά πάνω από τους, σκεπασμένους πια, μικρούς ποταμούς του Βόρειου Λονδίνου που καταλήγουν στον Τάμεση και ξέρει την ιστορία όλων τους. Δεν διατηρεί σχέσεις με κανένα μέλος της οικογένειάς της (στο τέταρτο βιβλίο μαθαίνουμε για ποιο λόγο), και χρησιμοποιεί το κινητό της τηλέφωνο σαν… τηλεφωνητή. Το ανοίγει μόνο δύο φορές την ημέρα για να πάρει μηνύματα ή όταν χρειάζεται να τηλεφωνήσει κάπου η ίδια. 

Στα βιβλία συναντάμε επίσης τον Γιόζεφ, έναν Ουκρανό υδραυλικό-πολυτεχνίτη, που είναι η χαρά της ζωής: κοινωνικός, πιστός φίλος και πρόθυμος να βοηθήσει όσους χρειάζονται τη βοήθειά του, τον Κάρλσον, τον αστυνομικό επιθεωρητή που απευθύνεται στη Φρίντα όποτε χρειάζεται βοήθεια σε κάποια υπόθεση, την όμορφη Σάσα, που είναι βιολόγος και η μόνη γυναίκα-φίλη της Φρίντα, και τη Χλόη, την έφηβη ανιψιά της Φρίντα που ζει με τη χωρισμένη μητέρα της, την Ολίβια, και την οποία η Φρίντα στηρίζει σε κάθε ευκαιρία (και της δίνονται πολλές). Και βέβαια τον Σάντι. Τον Σάντι, που είναι γιατρός, επιτυχημένος, αγαπάει τη Φρίντα και κάνει τα πάντα ώστε να είναι κοντά της (παρόλο που αυτή είναι το στραβόξυλο που περιγράψαμε). 

Αυτοί οι χαρακτήρες πλαισιώνουν και τις ιστορίες των τεσσάρων βιβλίων:

«Blue Monday»
Το βιβλίο που σε εισάγει στον κόσμο της Φρίντα Κλάιν έχει όλα τα στοιχεία που κάνουν ένα βιβλίο του είδους του best seller: μια ιστορία που ξεκινά από το παρελθόν και που η συνέχειά της είναι ακόμη πιο φρικτή και αποτρόπαιη. Η απαγωγή ενός πιτσιρικά και η αγωνιώδης προσπάθεια της αστυνομίας και μιας κοινωνίας ολόκληρης για τον εντοπισμό του δεν αποδίδει και ο μικρός θεωρείται ήδη νεκρός όταν η ψυχοθεραπεύτρια Φρίντα Κλάιν αναγνωρίζει στο πρόσωπο του μικρού παιδιού που βλέπει στις εφημερίδες, το παιδί που της περιγράφει ότι βλέπει στα όνειρά του ένας ασθενής της. Πώς μπορεί να συνδέεται ένα επίμονο όνειρο με τη σκληρή πραγματικότητα; Και ως πού μπορεί να φτάσει κανείς προκειμένου να το μάθει; Το ανατρεπτικό τέλος αφήνει σαφώς να εννοηθεί ότι η ιστορία έχει συνέχεια. 

«Tuesday’s Gone»
Ένα μυστήριο που κυριολεκτικά χτυπά την πόρτα της Φρίντα Κλάιν. Μια γυναίκα με βαριά ψυχιατρική πάθηση «φροντίζει» στο σαλόνι του σπιτιού της το πτώμα ενός άντρα που είναι σε αποσύνθεση. Όταν το ανακαλύπτει μια κοινωνική λειτουργός, τα ερωτήματα για την ταυτότητα του άντρα —αλλά φυσικά και του δολοφόνου— είναι αμείλικτα. Θα μπορέσει η Φρίντα Κλάιν να αποσπάσει από τη διαταραγμένη ασθενή πληροφορίες; Η ιστορία είναι ανατρεπτική και το τέλος της βρίσκει την πρωταγωνίστρια τόσο βαθιά μπλεγμένη σε αυτή, που διακινδυνεύει ακόμη και τη ζωή της προκειμένου να αποτρέψει μια τραγική εξέλιξη. 

«Σκοτεινή Τετάρτη»
Το αγαπημένο μου από τα τέσσερα. Μια οικογενειακή τραγωδία, η δολοφονία μιας υποδειγματικής μητέρας τριών παιδιών μέσα στο σαλόνι του κουκλίστικου σπιτιού τους, ταράζει συθέμελα μια ολόκληρη γειτονιά. Ποιος θα μπορούσε να βλάψει μια γυναίκα μέσης ηλικίας που, φαινομενικά, δεν έχει τίποτα να κρύψει; Τα μυστικά και ψέματα που διαβρώνουν ως τα θεμέλια ένα σπιτικό-υπόδειγμα είναι η αιτία για μια σειρά τραγικών γεγονότων, σε μια σκληρή οικογενειακή τραγωδία. Στο βιβλίο αυτό, τρέχει παράλληλα και μια δεύτερη ιστορία, ασύνδετη ως το τέλος με την πρώτη, που έχει ως κύριο θέμα την αναζήτηση εξαφανισμένων έφηβων κοριτσιών. Η Φρίντα Κλάιν τα καταφέρνει περίφημα και στις δυο. Εδώ να πω ότι ναι μεν σε όλα τα βιβλία της σειράς η Φρίντα καταφέρνει να φέρει να λύσει τα μυστήρια και να διαλευκάνει τις υποθέσεις, αλλά αυτό δε γίνεται αναίμακτα. Σε πολλές περιπτώσεις δεν προλαβαίνει να σώσει έναν αθώο ή, από λανθασμένη ή ετεροχρονισμένη δική της αντίδραση, το μοιραίο δεν αποτρέπεται. Κι αυτό είναι καλό: η Κλάιν δεν είναι η σούπερ-ντετέκτιβ που τα κάνει όλα τέλεια. Είναι ψυχοθεραπεύτρια, και εθισμένη, τρόπον τινά, στα αστυνομικά μυστήρια. 

«Σημαδεμένη Πέμπτη»
Το τέταρτο βιβλίο της σειράς μάς συστήνει λίγο καλύτερα τη Φρίντα Κλάιν. Γνωρίζουμε τη μητέρα της, το σπίτι της, τους σχολικούς της φίλους, το παρελθόν της. Τα γνωρίζουμε όλα αυτά με αφορμή την επιστροφή της Φρίντα στην περιοχή όπου γεννήθηκε, μετά από την επίσκεψη στο ιατρείο της μιας παλιάς της συμμαθήτριας που βλέπει ανησυχητικά σημάδια στη συμπεριφορά της κόρης της. Η Φρίντα μιλά με την έφηβη, η οποία της αποκαλύπτει ότι είχε μια φρικτή εμπειρία. Επιστρέφοντας στα παλιά της στέκια, ανακαλύπτει και αποκαλύπτει τη φρίκη που ήταν πάντα εκεί: και τότε, και τώρα. 
Και τα τέσσερα βιβλία της σειράς τα «καταβρόχθισα». Τα διάβασα στον συντομότερο δυνατό χρόνο που μπορεί κανείς να διαβάσει ένα βιβλίο 500+ σελίδων, ενώ ταυτόχρονα τρέχουν πολλές-πολλές δουλειές και χίλιες υποχρεώσεις. 

Εξαιρετική έκδοση, εξαιρετική μετάφραση, chapeau Εκδόσεις Διόπτρα - Dioptra Publications!


Κική Τσιλιγγερίδου